Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νόμισμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νόμισμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Ιστορίες νομισμάτων


Η λέξη δραχμή προέρχεται από το ρήμα δράττω, που σημαίνει αρπάζω (> δράττομαι = πιάνω σφικτά). Στην αρχαιότητα, μία δραχμή ήταν ίση προς έξι οβολούς, νόμισμα το οποίο στην παλαιότερη μορφή του είχε σχήμα σιδερένιας ράβδου. Το πάχος του ήταν τόσο, ώστε η χούφτα ενός ανδρικού χεριού να μπορεί να πιάσει έξι από αυτούς. Έτσι εκ του δράττω (όσους οβολούς μπορούσε να αδράξει η παλάμη) προκύπτει η λέξη δραχμή.


Της Ελένης Παπαευθυμίου*
Το νόμισμα επινοήθηκε στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. στις νοτιοανατολικές ακτές της Μικράς Ασίας και χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό κόσμο, ο οποίος και διέδωσε τη χρήση του ως νέα κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Με την εμφάνιση του νομίσματος πήραν νέα ώθηση οι βασικοί τομείς της κάθε οικονομίας, δηλαδή η αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή καθώς και το εμπόριο. Η επινόησή του ήταν το αποτέλεσμα μιας αργής εξέλιξης του αντιπραγματισμού.

Η προκερματική περίοδος
            Ο άνθρωπος από την εμφάνισή του είχε ως πρώτο μέλημα την εξεύρεση των απαραίτητων αγαθών για την επιβίωσή του. Οι πρώτες κοινωνίες στηρίζονταν στην αυτονομία της παραγωγής και της κατανάλωσης των προϊόντων. Με την εξέλιξη της κοινωνίας ο άνθρωπος κατάλαβε ότι ο καταμερισμός της εργασίας του απέφερε μεγαλύτερη αποδοτικότητα με αποτέλεσμα περίσσευμα αγαθών, τα οποία μπορούσε να ανταλλάξει με άλλα που του έλειπαν. Έτσι γεννηθηκε το εμπόριο, όπου οι πρώτες συναλλαγές πραγματοποιούνταν με ανταλλαγή προϊόντων. Αυτή η διαδικασία ονομάστηκε από τους σύγχρονους μελετητές αντιπραγματισμός. Η αξία των προϊόντων καθοριζόταν από την σπανιότητά τους και τη χρησιμότητά τους, όπως ήδη αναφέρει ο Ξενοφών, 430-354 π.Χ. (Πόροι 4, Οικονομικός Ι, 10). Πολλοί λαοί χρησιμοποίησαν ως μέτρο αξίας τα βόδια. Η συνήθεια της απαρίθμησης των βοσκημάτων σε κεφαλές παρήγαγε τη λέξη κεφάλαιο και ο πλούσιος άνθρωπος ονομάζεται από τον Όμηρο «πολυβούτης» (Ιλιάς Ι, 154, 296). Ο αντιπραγματισμός όμως είχε μειονεκτήματα διότι πολλά προϊόντα αλλοιώνονται με το χρόνο, η παραγωγή των αγαθών, η οποία έχει διακυμάνσεις λόγω των καιρικών συνθηκών, δε συμπίπτει πάντα χρονικά με τις ανάγκες ανταλλαγής των προϊόντων. Ακόμα, οι έμποροι πρέπει να είναι κάτοχοι χρήσιμων αγαθών για την ανταλλαγή, ενώ το εμπόρευμα τους πρέπει να είναι ισάξιο με το ανταλλάξιμο προϊόν και κυρίως πρέπει όλοι οι συναλασσόμενοι να αποδέχονται ένα κοινό μέτρο προσδιορισμού της αξίας των αναταλασσόμενων προϊόντων.

            Ήδη από το τέλος της 3ης χιλιετίας π. Χ. οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας, και στη συνέχεια και άλλοι λαοί της Ανατολικής Μεσογείου, χρησιμοποίησαν ζυγισμένα μέταλλα ως μέσο ανταλλαγής και πληρωμής αντί για ζώα, δέρματα ζώων, κοχύλια ή ζυγισμένα σιτηρά που αντάλασσαν πριν. Τα μέταλλα υπερίσχυσαν και υιοθετήθηκαν για τις συναλλαγές: αναλλοίωτα, με τη δυνατότητα να μπορούν να υποδιαιρεθούν χωρίς να μεταβάλλεται η δομή τους, μπορούσαν εύκολα να μεταφερθούν λόγω μικρού όγκου και να αποθησαυρισθούν χωρίς καμία δαπάνη συντήρησης και διατήρησης. Το μέταλλο χυτευόταν σε ράβδους ή πλίνθους, ενώ συχνά του έδιναν και τη μορφή σύρματος. Επειδή όμως η ακριβής ονομαστική αξία του μετάλλου δεν ήταν επίσημα εγγυημένη από κάποιον, η αξία του υπολογιζόταν με ζύγισμα σε κάθε πληρωμή. Έτσι εξαπλώθηκε η χρήση του ζυγού στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία χάριν στη συνεχή ανάγκη ζυγίσεων.
            Αυτά τα ζυγισμένα μεταλλικά τεμάχια, ήταν οι πρόδρομοι του νομίσματος. Οι συναλλαγές πραγματοποιούντο χάριν σε αυτό το εύχρηστο μέσον συναλλαγής. Κάθε προϊόν είχε μια εγγενή αξία που αντιστοιχούσε σε ένα συγκεκριμένο βάρος μετάλλου. Ο Όμηρος μας αναφέρει ότι τα χάλκινα όπλα του Διομήδη άξιζαν εννέα βόδια και τα χρυσά του Γλαύκου εκατό (Ιλιάς Ζ, 236). Στη Μεσοποταμία πληρωμές με μέταλλο πιστοποιούνται από τα ανασκαφικά δεδομένα, έχουν βρεθεί «θησαυροί» μεταλλικών σκευών ή κομμάτια ράβδων μετάλλων, και από πληθώρα επιγραφών. Ο «Κώδικας» του βαβυλώνιου βασιλιά Χαμουραμπί, 1792-1750 π.Χ., δηλαδή οι νόμοι που γράφηκαν σε σφηνοειδή γραφή, ορίζει μεταξύ άλλων επιτόκιο σε δάνειο αργύρου 20%, σημειώνοντας ότι εάν ο οφειλέτης δεν θα έχει αρκετό άργυρο θα μπορεί να εξοφλήσει το χρέος του με σιτηρά. Μία επιγραφή της Ουρ, του 2040 π. Χ. μας πληροφορεί ότι κάθε βόδι στοίχιζε 7 σέκελ. Το σέκελ, που ισοδυναμούσε εμ το 1/6 της μνας, ήταν η μονάδα βάρους του μετάλλου, ανεξαρτήτως του σχήματος του στη Μεσοποταμία, Αίγυπτο, καθώς και στους Χαλδαίους, Φοίνικες, και Εβραίους. Η ίδια λέξη χρησιμοποιήθηκε αργότερα για τα νομισματικά βάρη. Τοιουτοτρόπως, τα νομίσματα που έκοβε η πόλη της Σιδώνος στη Φοινίκη, μέχρι την κατάκτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν σέκελ. Μετέτρεπαν λοιπόν την αξία ενός προϊόντος σε βάρος μετάλλου. Προφανώς η αξία εκυμαίνετο από τη μία περιοχή στην άλλη και από χρόνο σε χρόνο, ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση των προϊόντων.
            Τα μέταλλα όμως, όπως κάθε φυσικός πλούτος, δεν υπάρχουν παντού. Η χρησιμοποίηση διαφορετικών μετάλλων αντανακλά τα κοιτάσσματα των διαφόρων περιοχών. Στη Μεσοποταμία και την Ανατολή χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ο χρυσός και ο άργυρος σαν μέσο συναλλαγής, ενώ στην Κύπρο, Ιταλία και Σικελία ο χαλκός. Στον αρχαίο κόσμο τα ορυχεία χρυσού, αργύρου και χαλκού τα εκμεταλλεύονταν σε διάφορες εποχές περιοχές όπως η Αίγυπτος, Μεσσποταμία, Κύπρος, Χαλκίδα στην Εύβοια, Λαύριο στην Αττική, Χαλκιδική Μακεδονίας, Θράκη, ορισμένες νήσοι του Αιγαίου, η Θεσσαλία, Ετρουρία, Καμπανία και Ισπανία. Οι περιοχές που στερούνταν μετάλλων έπρεπε να τα εισάγουν ή να τα αποκτήσουν από λεηλασίες ή να τα εισπράξουν από φόρους υποτέλειας. Κατά τη 2ηχιλιετία και κυρίως κατά την 1η, άρχισαν να δίνουν στα ζυγισμένα μέταλλα διάφορα σχήματα εύκολα στη μεταφορά: ράβδων, δακτυλίων, διακοσμητικών αντικειμένων, εργαλείων, όπλων. Ορισμένοι λαοί, όπως οι Έλληνες χύτευαν τα μέταλλα σε συγκεκριμένο βάρος δίνοντας τους σχήμα μη χρηστικό, όπως τα χάλκινα τάλαντα της Μυκηναϊκής περιόδου (15ος έως 12ος αι. π. Χ.) που είχαν το σχήμα δοράς βοδιού, πράγμα που θύμιζε τα κοπάδια, έκφραση πλούτου. Απόδειξη των εμπορικών συναλλαγών της περιόδου με άλλους λαούς είναι τα τάλαντα και οι υποδιαιρέσεις τους που ανακαλύφθηκαν εκτός Μυκηνών σε διάφορα σημεία της Μεσογείου, στα ανοικτά των ακτών της Κύπρου, στις Νότιες ακτές της Μικράς Ασίας, στην Κρήτη, την Κύμη κλπ. Από τον 12ο έως τον 7ο αι. π. Χ., τρίποδες, λέβητες και πελέκεις χρησιμοποιήθηκαν επίσης καθώς και σιδερένιες ή χάλκινοι ράβδοι (σούβλες), κυρίως στην Πελοπόννησο, οι οβελοί, εξ ου και η λέξη οβολός, που είναι υποδιαίρεση της δραχμής, μιας και στο χέρι μπορεί κανείς να αδράξει, κρατήσει, έξι οβελούς, απ’ όπου επίσης και η λέξη δραχμή. Γι’ αυτήν την ετυμολογία της δραχμής μας πληροφορεί ο Πλούταρχος (Βίος Λυσσάνδρου 17). Ο Όμηρος πάντα στην Ιλιάδα (Ψ, 851) μας πληροφορεί ότι ο Αχιλλέας οργάνωσε προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου αγώνες όπου προσέφερε δύο έπαθλα, δέκα δίστομους πελέκεις και δέκα ημιπελέκεια (μονόστομους πελέκεις). Αυτά τα αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία του ελληνικού κόσμου σε ιερά και προέρχονται δίχως άλλο από δωρεές, είναι οι πρόδρομοι του νομίσματος και για το λόγο αυτό αποκαλούνται χρηστικά αντικείμενα-νομίσματα. Απόροια της ανάμνησης των προκερματικών αξιών, που είχαν ένα συγκεκριμένο σχήμα, έδωσε αναμφίβολα τα χυτά νομίσματα που κυκλοφόρησαν στις αποικίες της Μαύρης Θάλασσας. Στην Απολλωνία και Ίστρια κόπηκαν νομίσματα-βέλη ήδη από τα μέσα του 6ου αι. π. Χ. και μέχρι τα τέλη του 5ου αι. π. Χ. Η ανακάλυψη τους σε διάφορες αποικίες της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Ολβία, Μεσημβρία, Οδησσός και Τόμις συνηγορεί στο ότι η κυκλοφορία και η αποδοχή τους ήταν εκτεταμένες. Στην Ολβία κυκλοφορούσαν μέχρι τον 4ο αι. π. Χ. χυτά νομίσματα σε σχήμα δελφινιού. Θεωρείται βέβαιο ότι αυτά τα δελφίνια χρησιμοποιούνταν ως νομίσματα διότι ανακαλύφθηκαν σε θησαυρούς καθώς και σε τάφους όπου ο νεκρός κρατούσε ένα δελφίνι στο χέρι ή το είχε στο στόμα εν είδει οβολού για τον Χάροντα, όπως ήταν συνήθεια σε ορισμένες ελληνικές περιοχές.
            Είναι σαφές ότι πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού ήταν κάτοχοι μετάλλου, ήταν σε θέση να το διαχειριστεί και είχε πρόσβαση σε αγοραπωλησίες τέτοιου είδους διότι σε αυτές τις κοινωνίες κυριαρχούσε η αναδιανομή και όχι η ιδιωτική πρωτοβουλία. Στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία η διάθεση των προϊόντνω δε γινόταν μέσω της «αγοράς» δηλαδή του εμπορίου. Τα αγαθά, αγροτικά και κτηνοτροφικά, συλλέγονταν από τις κρατικές αρχές – το φαραώ, το βασιλέα, το ανάκτορο, το ιερό ή τους ναούς – αναδιανέμονταν στο λαό και το πλεόνασμα το εμπορευόταν η κάθε εξουσία. Στη Μεσοποταμία τα αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν ότι φυλάσσονταν στους ναούς τα αρχεία πληρωμών και δανείων καθώς και τα σταθμά. Η οικονομία δηλαδή αυτών των κοινωνιών χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία μιας κεντρικής εξουσίας, η οποία αναδιανέμει τα προϊόντα ανάλογα με το επάγγελμα και την κοινωνική θέση οτυ κάθε ατόμου.