ἦλθον ἐπὶ Σκύλλης σκόπελον δεινήν τε Χάρυβδιν.
ἡ μὲν ἀνεῤῥύβδησε θαλάσσης ἁλμυρὸν ὕδωρ·
αὐτὰρ ἐγὼ ποτὶ μακρὸν ἐρινεὸν ὑψόσ' ἀερθείς,
τῷ προσφὺς ἐχόμην ὡς νυκτερίς· οὐδέ πῃ εἶχον
οὔτε στηρίξαι ποσὶν ἔμπεδον οὔτ' ἐπιβῆναι·
ῥίζαι γὰρ ἑκὰς εἶχον, ἀπήωροι δ' ἔσαν ὄζοι
μακροί τε μεγάλοι τε, κατεσκίαον δὲ Χάρυβδιν.
Όλη την νύκτα, παννύχιος φερόμουν και όταν ο Ήλιος ανέβηκε, ήλθον στην Σκύλλα σκόπελο και την δεινή Χάρυβδη που αναρρόφησε της θαλάσσης το αλμυρό νερό
τότε εγώ προς την μακριά αγριοσυκιά αρθείς προσέφυσα εχόμενος σαν νυχτερίδα, επειδή δεν μπορούσα να στηρίξω τα πόδια μου σταθερά ούτε να πατήσω .Η ρίζα ήταν μακριά μου και τα κλαδιά μετέωρα μακριά και μεγάλα για να σκιάζουν την Χάρυβδη.
Ο Οδυσσέας μπροστά στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, του Johann Heinrich Füssli

