Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Εκλογές στην αρχαία Ελλάδα


Το Εκλέγειν και το Εκλέγεσθαι

Η πρώτη ψηφοφορία στην Αθήνα. Ονομάστηκε Αθηνά (Αθήναι) από Κεκροπία. Ο Ποσειδών έχασε με μία γυναικεία ψήφο από την Αθηνά Σοφία και τιμώρησε την Αθήνα. Οι γυναίκες δεν ξαναψήφισαν  παρά μόνο πέντε χιλιάδες χρόνια μετά.

Ο άνδρας που επιλεγόταν να είναι ο επικεφαλής των υπολοίπων έδινε το όνομά του στο έτος, ήταν δηλαδή ο ἐπώνυμος ἄρχων, και, αν οι Αθηναίοι ήθελαν να δώσουν μια χρονολογία, έλεγαν «Ἐπί ἄρχοντος …». Έχουν διασωθεί ως τις ημέρες μας κατάλογοι σε μαρμάρινες πλάκες με ονόματα ἐπωνύμων ἀρχόντων. Πολλές από αυτές τις μαρμάρινες επιγραφές βρίσκονται στο Επιγραφικό Μουσείο, δίπλα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, στην Αθήνα.

Την εποχή του Σόλωνα [594 π.Χ.] οι ἄρχοντες είχαν την εξουσία να εκδίδουν τελεσίδικες αποφάσεις στις δίκες, και δεν αρκούνταν, όπως τώρα, στο έργο της προκαταρτικής ακρόασης.

Αριστοτέλης: Ἀθηναίων πολιτεία 3, (1 )

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό των νέων πολιτικών μεταρρυθμίσεων ήταν ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν. Ο Κλεισθένης είχε ήδη διατελέσει άρχων και δεν μπορούσε να αναλάβει για δεύτερη φορά σημαντικό δημόσιο αξίωμα. Ούτε άλλωστε απέκτησε κάποια έκτακτη εξουσία. Για να επιφέρει αλλαγές στο πολίτευμα όφειλε να πείθει σε κάθε στάδιο τους συμπολίτες του. Τις προτάσεις του τις επεξεργαζόταν πρώτα η Βουλή των Τετρακοσίων και στη συνέχεια τις ενέκρινε με πλειοψηφία η Εκκλησία του Δήμου - όπως λειτουργούσε μετά τον Σόλωνα, με τη συμμετοχή όλων των πολιτών, ακόμη και των άκληρων θητών. Έτσι, η δημοκρατία θεσμοθετήθηκε στην Αθήνα με απόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες. Μολονότι εμπνευστής των αλλαγών, ο Κλεισθένης παρέμεινε στη σκιά των εξελίξεων, ουδέποτε ανέλαβε ξανά δημόσιο αξίωμα και χάθηκε από την ιστορία χωρίς να αφήσει άλλα ίχνη.

Βάση των μεταρρυθμίσεων ήταν οι 140 (όπως υπολογίζουν οι μελετητές) δήμοι της Αττικής και οι δέκα νέες φυλές που αντικατέστησαν τις τέσσερις παλαιές. Με την ενηλικίωσή τους οι πολίτες γράφονταν πλέον στους καταλόγους των δήμων (το ληξιαρχικόν γραμματεῖον) και ασκούσαν στις συνελεύσεις τους πολλά από τα πολιτικά τους δικαιώματα. Από διάφορες απόψεις οι δήμοι ήταν το σχολείο της δημοκρατίας. Στο εξής οι πολίτες αποκαλούνταν με το όνομα, το πατρώνυμο και τον δήμο τους, όχι πλέον το γένος τους, ακόμη και όταν ήταν ευγενείς. Ο όρος δημοκρατία, εκτός από εξουσία του δήμου, δηλαδή των πολιτών, δήλωνε και την εξουσία των δήμων, δηλαδή των διοικητικών μονάδων στις οποίες ήταν ενταγμένοι οι πολίτες.

Οι φυλές συγκροτούνταν από τη συνένωση δήμων αλλά με έναν σύνθετο τρόπο. Η Αττική χωρίστηκε σε τρεις μεγάλες περιφέρειες, το Άστυ, την Παραλία και τη Μεσογαία. Κάθε φυλή περιλάμβανε τρεις ομάδες δήμων, που ονομάστηκαν τριττύες, μία από κάθε περιφέρεια. Στη νέα Βουλή των Πεντακοσίων, που αντικατέστησε την παλαιά των Τετρακοσίων, συμμετείχαν πενήντα βουλευτές από κάθε φυλή.

Η οργάνωση αυτή μοιάζει περίπλοκη, αλλά υπηρετούσε μια απλή και πρακτική ανάγκη. Αντί να εγγράφονται στις παλαιές φατρίας, που ήταν διάσπαρτες σε όλη την πόλη, οι πολίτες εγγράφονταν πλέον σε τοπικές ενώσεις, όπου καθένας γνώριζε και μπορούσε να ελέγξει τον άλλο. Στους δήμους τους οι πολίτες εξέλεγαν τους βουλευτές που προβλέπονταν, ανάλογα με το μέγεθός τους, ώστε να συγκεντρωθούν οι πενήντα κάθε φυλής. Με παρόμοιο τρόπο εκλέγονταν και οι άλλοι αξιωματούχοι. Κατά δήμους πάλι συγκροτούνταν, σε καιρό πολέμου, οι στρατιωτικές μονάδες της πόλης. Εφόσον όμως οι δήμοι ήταν μοιρασμένοι στις δέκα φυλές, καθεμία από αυτές αποτελούσε μικρογραφία της πόλης.

Κύριο χαρακτηριστικό των φυλών ήταν ότι περιλάμβαναν πολίτες, βουλευτές, αξιωματούχους και πολεμιστές από όλες τις γεωγραφικές περιοχές, τις πλούσιες και τις φτωχές, τις αγροτικές και τις ναυτικές, τις ορεινές και τις πεδινές.

Όταν οι Αθηναίοι ψήφισαν για πρώτη φορά τον νέο αυτό τρόπο οργάνωσης, διαλύθηκαν ήσυχα, όπως μπορούμε να υποθέσουμε, γράφτηκαν στους δήμους τους, εντάχθηκαν σε τριττῦας και φυλές και επέλεξαν πενήντα βουλευτές από κάθε φυλή. Η νέα Βουλή των Πεντακοσίων συγκροτήθηκε σε σώμα, συνήλθε και προετοίμασε, όπως όφειλε, τα θέματα που έπρεπε να συζητηθούν στην Εκκλησία του Δήμου. Οι πολίτες μαζεύτηκαν και πάλι στην Εκκλησία του Δήμου, συζήτησαν και ενέκριναν τις αλλαγές. Η δημοκρατία είχε βρει τον τρόπο να αυτορρυθμίζεται. Αυτό χρειάστηκε να επαναληφθεί αρκετές φορές τα επόμενα χρόνια.

Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη περιλάμβαναν επίσης έναν εντελώς νέο θεσμό, που ονομαζόταν ὀστρακισμός. Σύμφωνα με αυτόν, μια φορά τον χρόνο οι Αθηναίοι καλούνταν να αποφασίσουν στην Εκκλησία του Δήμου, διά ανατάσεως της χειρός (διά ἐπιχειροτονίας, όπως έλεγαν) και χωρίς συζήτηση, εάν επιθυμούσαν να κινηθεί η σχετική διαδικασία. Σε περίπτωση που η πρόταση συγκέντρωνε την πλειοψηφία, οι Αθηναίοι μπορούσαν να εξορίσουν από την πόλη έναν ανεπιθύμητο συμπολίτη τους. Για τον σκοπό αυτό συνέρχονταν και πάλι στην αγορά, όπου κάθε πολίτης έγραφε, εφόσον το επιθυμούσε, ένα όνομα επάνω σε ὄστρακον, δηλαδή σε θραύσμα αγγείου. Στη συνέχεια γινόταν μια πρώτη καταμέτρηση των οστράκων. Εάν ήταν λιγότερα από 6.000, η διαδικασία δεν ολοκληρωνόταν και κανείς δεν εξοριζόταν. Εάν ήταν περισσότερα, γινόταν καταμέτρηση των ονομάτων που ήταν γραμμένα σε αυτά. Ο πολίτης του οποίου το όνομα είχε καταγραφεί τις περισσότερες φορές ήταν υποχρεωμένος να εγκαταλείψει την πόλη για δέκα χρόνια. (2 )

Στην Εκκλησία του Δήμου, που συνεδρίαζε 40 φορές το χρόνο, μπορούσε να πάρει το λόγο ο κάθε πολίτης και όσο μιλούσε και ό,τι κι αν έλεγε, κανείς δε μπορούσε να τον διακόψει ή να τον σταματήσει. Ήταν η περίφημη ισηγορία.

Η εκκλησία του Δήμου εξέλεγε τα 500 μέλη της Βουλής. Οι βουλευτές βγαίναν με κλήρο από 1000 εκπρόσωπους των 170 δήμων της Αττικής, (100 για κάθε φυλή), που ονομάζονταν πρόκριτοι και εκλέγονταν με μυστική ψηφοφορία για ένα χρόνο. Οι 500 που δεν κληρώνονταν βουλευτές, μέναν αναπληρωματικοί και ονομάζονταν επιλαχόντες.

Από τους 500 βουλευτές, που παίρναν μια μικρή χρηματική αποζημίωση τριών οβολών τη μέρα, κληρωνόταν η πρυτανεία, από 50 μέλη, η οποία για διάστημα 35 ημερών αποτελούσε την κυβέρνηση της αθηναϊκής δημοκρατίας. Οι πρυτάνεις όσον καιρον ασκούσαν τα καθήκοντα τους μέναν στο Πρυτανείο με έξοδα του κράτους. Ενας από αυτούς οριζόταν για μια ή δυό το πολύ μέρες Γραμματεύς της Βουλής, δηλαδή πρωθυπουργός.

Η Βουλή ήταν το συμβουλευτικό όργανο της Εκκλησίας του Δήμου. Κάθε νόμος για να ψηφιστεί από την τελευταία έπρεπε να προετοιμαστεί και να συζητηθεί από τη Βουλή, που έβγαζε το προβούλευμα. Γιαυτό τα νομοθετήματα που ψήφιζε η Εκκλησία του Δήμου άρχιζαν πάντα με τη φράση: ΕΔΟΞΕ Τωι ΔΗΜΩι ΚΑΙ Τηι ΒΟΥΛΗι, (δηλαδή, φάνηκε σωστό στο Λαό και στη Βουλή).

Ανακεφαλαιώνοντας βλέπουμε ότι πηγή και φορέας όλων των εξουσιών ήταν η λαϊκή συνέλευση, η Εκκλησία του Δήμου. Οτι όλα τα αξιώματα ήταν συνήθως ενιαύσια και προσιτά σε όλους τους πολίτες. Οτι πολλοί άρχοντες βγαίναν με κλήρωση, που σημαίνει ότι από τη στιγμή που κάποιος γεννήθηκε αθηναίος πολίτης είχε εν δυνάμει εκλεγεί σε πολλά αξιώματα και απλά περίμενε πότε θα κληρωθεί σε ένα από αυτά. Σημαίνει επίσης ότι όλοι οι πολίτες, πλούσιοι ή φτωχοί, θάρχοταν κάποτε η ώρα να κληρωθούν ή να εκλεγούν σε κάποιο αξίωμα

Τις δικαστικές αρχές αποτελούσαν δύο μεγάλα δικαστήρια, ο Αρειος Πάγος, το παλιό ανώτατο δικαστήριο, που στα χρόνια της δημοκρατίας είχε χάσει πολλές από τις αρμοδιότητές του και η Ηλιαία το λαϊκό δικαστήριο, που το απαρτίζαν 6000 μέλη τα οποία βγαίναν με κλήρωση από όλους τους πολίτες για ένα χρόνο και παίρναν επίσης ημερήσια αποζημίωση τριών οβολών. Η ηλιαία χωριζόταν σε δέκα τμήματα από 600 δικαστές το καθένα και επιλαμβανόταν με όλες τις ποινικές και αστικές περιπτώσεις. Υπήρχαν όμως και μικρότερα ή και ειδικά δικαστήρια.

Τις διοικητικές αρχές της Αθηναϊκής Δημοκρατίας τις όριζε επίσης, με κλήρωση ή με ψηφοφορία, η Εκκλησία του Δήμου. Τις αποτελούσαν:

Οι εννέα άρχοντες, που που μετά το 462 πΧ είχαν χάσει κάθε ουσιαστική εξουσία και ασκούσαν μόνο τελεουργικά καθήκοντα. Οι εννέα άρχοντες κληρώνονταν ανάμεσα στους πλούσιους, (πεντακοσιομέδιμνους) και ήταν: Ο επώνυμος άρχων, ο άρχων βασιλεύς, ο πολέμαρχος και οι έξι θεσμοθέται. Μετά τη θητεία τους, που ήταν για ένα χρόνο, γίνονταν ισόβια μέλη του Αρείου Πάγου.

Οι δέκα αστυνόμοι, που είχαν καθήκοντα τήρησης της τάξης και είχαν υπό τις διαταγές τους ένοπλα τμήματα σκυθών ή θρακών δούλων.

Οι δέκα επισκευασταί των ιερών, που φρόντιζαν για τη συντήρηση των ναών, οι πέντε οδοποιοί, οι πέντε νεωροί, ο επιμελητής των κρηνών, υπεύθυνος για την ύδρευση της πόλης και οι αρχιτέκτονες επί τας ναυς, που ευθύνονταν για τη ναυπήγηση και συντήρηση των πολεμικών σκαφών.

Οι οικονομικές αρχές της αθηναϊκής δημοκρατίας ορίζονταν επίσης με κλήρωση για ένα χρόνο από την Εκκλησία του Δήμου και ήταν: οι δέκα ελληνοταμίαι, οι δέκα ταμίαι της Αθηνάς, οι δέκα ταμίαι των άλλων θεών, ο επί των θεωρικών, οι δέκα σιτοφύλακες, οι δέκα πωληταί και οι δέκα αποδέκται.

Τέλος τις στρατιωτικές αρχές τις αποτελούσαν οι δέκα στρατηγοί, που εκλέγονταν, (ένας για κάθε φυλή), για ένα χρόνο χωρίς δικαίωμα επανεκλογής, (αυτό το τελευταίο καταργήθηκε μετά το 440 πΧ), οι δέκα ταξίαρχοι, οι δέκα φύλαρχοι, οι δύο ίππαρχοι και ο ταμίας των στρατιωτών.

Στρατηγοί μπορούσαν να εκλεγούν από όλες τις τάξεις. Σε σπάνιες περιπτώσεις μεγάλων εθνικών κινδύνων, ένας στρατηγός περιβαλλόταν με μεγάλες, σχεδόν δικτατορικές, εξουσίες, πάντα με απόφαση της Εκκλησίας του Δήμου και για πολύ μικρό χρονικό διάστημα και τότε ονομαζόταν στρατηγός αυτοκράτωρ.

Τα κύρια θεσμικά γνωρίσματα της δημοκρατίας όμως δεν ήταν τα αξιώματα αλλά οι λειτουργίες της: Η μικρή διάρκεια της εξουσίας, (το πολύ ένα χρόνο, ανκαι οι πρυτάνεις κυβερνούσαν μονάχα λίγες βδομάδες και ο γραμματέας της Βουλής, δηλαδή ο πρωθυπουργός, μια ή δύο μέρες!). Η συνεχής εναλλαγή προσώπων στην εξουσία. Το προσιτό της εξουσίας σε όλους τους πολίτες ανεξάρτητα από καταγωγή ή περιουσία. Η αιρετότητα των αρχόντων, με μυστική ψηφοφορία ή κλήρωση. Η γραπτή νομοθεσία, με νόμους που επεξεργαζόταν η Βουλή και ψήφιζε η λαϊκή συνέλευση. Η ανεξαρτησία και η λαϊκή βάση της δικαιοσύνης

Υπήρχαν όμως κι άλλοι θεσμοί που δίναν στην αθηναϊκή δημοκρατία τα χαρακτηριστικά της πολιτείας του δικαίου και της ευνομίας.

Ένας από αυτούς ήταν ο θεσμός των δοκιμασιών: κανείς πολίτης δε μπορούσε να βάλει υποψηφιότητα για να εκλεγεί σε κάποιο αξίωμα αν προηγουμένως δεν περνούσε ευνοϊκά από εξ δοκιμασίες.

Συγκεκριμένα έπρεπε να αποδείξει:

- Ότι είναι γνήσιος αθηναίος πολίτης.

- Ότι υπηρέτησε στο στρατό και πήρε μέρος σε εκστρατείες.

- Ότι πλήρωνε ταχτικά τους φόρους.

- Ότι ήταν έντιμος και δεν είχε καταδικαστεί ποτέ για ατιμωτικό αδίκημα.

- Ότι ήταν ευσεβής.

- Ότι η συμπεριφορά του προς τους γονείς του ήταν άψογη.

Οι δοκιμασίες αυτές ήταν ουσιαστικές και εξονυχιστικές και γίνονταν οι τρεις πρώτες από τη Βουλή και οι άλλες τρεις από τα δικαστήρια. Με τις δοκιμασίες αυτές είναι φανερό πως πολλοί φαύλοι αποκλείονταν εξ αρχής από τη δυνατότητα να εκλεγούν. ( 3 )

«Ο καλύτερος στους καλούς»

Mία αδρή περιγραφή του τρόπου ανάδειξης κάποιου Σπαρτιάτη στη θέση εκλιπόντος γερουσιαστή, μας μεταφέρει ο Πλούταρχος στον Λυκούργο: Υποψήφιος για την θέση μπορούσε να ήταν κάθε όμοιος / πολίτης που ήταν πάνω από 60 χρονών. Τη θέση καταλάμβανε ο «πιο ενάρετος από αυτούς» με μία διαδικασία που αναφέρεται ως «διαγωνισμός» και μάλιστα «ο πιο μεγάλος κι ο πιο περίτεχνος διαγωνισμός» που σκέφτηκαν οι άνθρωποι. Η διαδικασία ήταν απαραίτητη διότι δεν υπήρχαν αντικειμενικά κριτήρια εκλογής. Δεν κρινόταν «ο πιο γρήγορος στους γρήγορους», ούτε «ο πιο δυνατός στους δυνατούς», αλλά «ο καλύτερος στους καλούς» και «ο γνωστικότερος στους γνωστικούς». Το «έπαθλο» ήταν οι μεγάλες τιμές και η εξίσου μεγάλη δύναμη που έδινε το αξίωμα.

Ο διαγωνισμός διεξάγονταν με τον εξής τρόπο: κάποιοι κριτές απομονώνονταν σε ένα οίκημα από όπου δεν έβλεπαν (ούτε μπορούσε κάποιος να τους δει) παρά μόνο άκουγαν τις φωνές των πολιτών.

Κάθε υποψήφιος λοιπόν εισερχόταν στον χώρο όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι πολίτες σιωπηλός και δεχόταν τις επευφημίες του κόσμου. Οι έγκλειστοι κριτές διέθεταν πινακίδες και «βαθμολογούσαν» την ένταση των κραυγών, χωρίς να ξέρουν για ποιόν προορίζονταν, παρά μόνον ότι ήταν για τον πρώτο, για τον δεύτερο, για τον τρίτο κατά σειρά εμφάνισης υποψήφιο. Καθοριστική παράμετρος της διαδικασίας ήταν ότι η σειρά που εμφανίζονταν οι υποψήφιοι μπροστά στους συγκεντρωμένους πολίτες αποφασίζονταν με κλήρωση (ήταν δηλαδή απολύτως τυχαία), λίγο πριν ξεκινήσει η διαδικασία.

Ο τρόπος αυτός εκλογής των Γερουσιαστών ήταν θωρακισμένος από ενδεχόμενα εξαγοράς ψήφων ή απλής εύνοιας της κριτικής επιτροπής, ενώ εισήγαγε ένα τρόπο βαθμολόγησης από τους κριτές που ονομάστηκε αργότερα από τους μελετητές «ταξινομική ψήφος».

Σύμφωνα με την ταξινομική ψήφο ο κάθε κριτής έδινε και από ένα «βαθμό» σε κάθε υποψήφιο με βάση συγκεκριμένη κλίμακα. Έδινε διαφορετικό «βαθμό» στον πρώτο, διαφορετικό στον δεύτερο, άλλον στον τρίτο κ.ο.κ.. Έπρεπε να βαθμολογήσει όλους τους υποψηφίους και όχι απλώς, όποιον θεωρούσε ότι ξεσήκωσε τις δυνατότερες επευφημίες. Έτσι η τελική καταμέτρηση ήταν το άθροισμα της κρίσης όλων των κριτών. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, ο υποψήφιος που είχε πάρει δύο «άριστα» και δύο κακούς βαθμούς να χάσει τη θέση από άλλον που είχε πάρει πέντε «λίαν καλώς» (αν και η διαδικασία των φωνών μάλλον δεν επέτρεπε τόσο μεγάλη διαφορά βαθμολόγησης των υποψηφίων από τους κριτές).

Εκείνος που τελικά εκλεγόταν στη Γερουσία, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, πήγαινε στεφανωμένος στα ιερά των Θεών, ακολουθούμενος από νέους που τον δοξολογούσαν και από γυναίκες που μακάριζαν τη ζωή του. Η πόλη όλη τον τιμούσε και του έδινε δεύτερη μερίδα στο συσσίτιο (μεγάλο προνόμιο σε μία κοινωνία ομοίων).

Ήταν ο νικητής μίας δημοκρατικής διαδικασίας για ένα ολιγαρχικό αξίωμα του μοναδικά περίπλοκου και προκλητικά ιδιόμορφου Σπαρτιατικού πολιτεύματος. ( 4 )

Τὸ πολίτευμα ποὺ ἔχομε σὲ τίποτε δὲν ἀντιγράφει τὰ ξένα πολιτεύματα. Ἀντίθετα, εἴμαστε πολὺ περισσότερο ἐμεῖς παράδειγμα γιὰ τοὺς ἄλλους παρὰ μιμητὲς τους. Τὸ πολίτευμά μας λέγεται Δημοκρατία, ἐπειδὴ τὴν ἐξουσία δὲν τὴν ἀσκοῦν λίγοι πολίτες, ἀλλὰ ὅλος ὁ λαός. Ὅλοι οἱ πολίτες εἶναι ἴσοι μπροστὰ στὸν νόμο γιὰ τὶς ἰδιωτικές τους διαφορές. Γιὰ τὰ δημόσια ἀξιώματα προτιμῶνται ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἱκανοὶ καὶ τὰ ἀξίζουν καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ ἀνήκουν σὲ μιὰ ὁρισμένη τάξη. Κανείς, ἄν τύχη καὶ δὲν ἔχει κοινωνικὴ θέση ἤ ἄν εἶναι φτωχός, δὲν ἒμποδίζεται γι' αυτὸ νὰ ὑπηρετήση τὴν πολιτεία, ἄν ἔχη κάτι ἄξιο νὰ προσφέρη. Στὴ δημόσια ζωὴ μας εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἀλλὰ καὶ στὶς καθημερινὲς μας σχέσεις δὲν ὑποβλέπομε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, δὲν θυμώνομε μὲ τὸν γείτονά μας ἄν διασκεδάζη καὶ δὲν τοῦ δείχνομε ὄψη πειραγμένου πού, ἄν ἴσως δὲν τὸν βλάφτη, ὅμως τὸν στενοχωρεί. Ἄν, ὡστόσο, ἡ αυστηρότητα λείπη ἀπὸ τὴν καθημερινή μας ζωή, στὰ δημόσια πράγματα, ἀπὸ ἐσωτερικὸ σεβασμό, δὲν παρανομοῦμε. Σεβόμαστε τοὺς ἄρχοντες, πειθαρχοῦμε στοὺς νόμους, καί, μάλιστα, σὲ ὅσους ἔχουν γίνει γιὰ νὰ προστατεύουν τοὺς ἀδυνάτους καὶ ὅσους πού, ἄν καὶ ἄγραφοι, εἶναι ντροπὴ νὰ τοὺς παραβαίνει κανείς.
»Αὐτά εἶναι, μαζὶ μὲ πολλὰ ἄλλα, ποὺ κάνουν θαυμαστὴ τὴν πόλη μας. Ἀγαποῦμε τὸ ὡραῖο, ἀλλά μένομε ἁπλοὶ καὶ φιλοσοφοῦμε χωρὶς νὰ εἴμαστε νωθροί. Τὸν πλοῦτο μας τὸν ἔχομε γιὰ νὰ τὸν χρησιμοποιοῦμε σὲ ἔργα καὶ ὄχι γιὰ νὰ τὸν καυχιόμαστε. Δὲν θεωροῦμε ντροπὴ τὴ φτώχεια. Ντροπὴ εἶναι νὰ μὴν τὴν ὰποφεύγη κανεὶς δουλεύοντας. Οἵ ἴδιοι, ἐμεῖς, φροντίζομε καὶ τὶς ἰδιωτικὲς μας ὑποθέσεις καὶ τὰ δημόσια πράγματα κ' ὲνῶ ὁ καθένας μας φροντίζει τὶς δουλειές του, τοῦτο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ κατέχωμε καὶ τὰ πολιτικά.


Μόνο ἐμεῖς θεωροῦμε πὼς εἶναι ὄχι μόνον ἀδιάφορος, ἀλλὰ καὶ ἄχρηστος ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐνδιαφέρεται στὰ πολιτικά. Ἐμεῖς οἱ ἴδιοι κρίνομε κι ἀποφασίζομε γιὰ τὰ ζητήματά μας καὶ θεωροῦμε πὼς ὁ λόγος δὲν βλάφτει τὸ ἔργο. Ἀντίθετα, πιστεύομε πὼς βλαβερὸ εἶναι τὸ νὰ ἀποφασίζη κανεὶς χωρὶς νὰ ἔχει φωτιστῆ. Διαφέρομε ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ σὲ τοῦτο. Εἴμαστε τολμηροί, κι ὅμως ζυγίζομε καλὰ τὴν κάθε ἐπιχείρησή μας, ἐνῶ τοὺς ἄλλους ἡ ἄγνοια τοὺς κάνει θρασεῖς κ' ἡ γνῶση ἀναποφάσιστους. 

Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

Η Πρώτη Ομηρική Λέξη


Αναζητώντας τη πρώτη λέξη που εκφωνήθηκε από ένα πρότερον άλαλον γένος  ομιλούντος  είδους

Ο μυθικός κόσμος είναι ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων. Οι ρίζες  αυτού του συστήματος είναι υπόγειες και χάνονται μέσα στο χρόνο. Το μόνο που διαθέτουν είναι νησίδες και διάσπαρτα κομμάτια γης που προβάλουν στην επιφάνεια. Το ότι η ανθρωπότητα προήλθε από ένα ον είναι εξ ίσου παράλογο αλλά κι εντέλει αληθινό, αφού πίσω από την εξέλιξη του ανθρώπου από τους πιθήκους και τα θηλαστικά, τα ψάρια τα πουλιά και τα άτομα υπάρχει μία η η ίδια αρχή.
Μια ιστορία μια μοναδική λέξη που προσφέρει ένας μυθικός πρόγονος μας, υπάρχει πίσω από όλες τις λέξεις, και ένας μοναδικός ήχος κρύβεται πίσω από όλους τους ήχους ενός κάποτε άλαλου γένους. Πριν βιαστούμε να βρούμε αυτή τη μαγική λέξη που μας εισήγαγε στον κόσμο της σκέψης και στον πραγματικό κόσμο, πρέπει να καθορίσουμε αρχές και, στη συνέχεια τις μεθόδους με τις οποίες μπορούμε να τις βρούμε.
Οι μέθοδοι αυτές δεν είναι γρήγορες ούτε απλές. Είναι όμως προφανείς σαν όλα τα δύσκολα πράγματα. Αυτό που για μας σήμερα είναι ασυνείδητο, κάποτε ήταν συνειδητό.
Αν αναζητήσουμε τη λέξη που κρύβεται πίσω από την Ιλιάδα θα πρέπει πρώτα να δεχθούμε την πολυπλοκότητα της αλφαβητικής της δομής. Ίσως τότε να καταφέρουμε να βρούμε ή να συναρμολογήσουμε εκείνη την ιερή λέξη από την οποία ξεκίνησαν όλα. Ο δρόμος δεν είναι εύκολος. Εγώ έδωσα ένα δείγμα δομικής ανάλυσης. Σήμερα για να καταφέρει  κανείς να μελετήσει τον Όμηρο, πρέπει να γίνει αρχαιολόγος και να  "σκάψει"  στο σημερινό κείμενο, παραδόξως  όμως αυτό το κείμενο εντός του κειμένου, το γεμάτο  υπαινιγμούς και μεταφορές δεν είναι στα αλήθεια κρυμμένο. Μπορεί κανείς να το δει όπως βλέπει τα βότσαλα στην παραλία, τα οποία κανείς για αιώνες δεν έσκυψε να τα μαζέψει όχι γιατί δεν τα έβλεπε αλλά γιατί δεν πιστεύει πως αξίζει τα μαζέψει.
Αυτή την αίσθηση έχω όταν διαβάζω  Όμηρο και προσπαθώ να να ξεχωρίσω αυτό που  όλοι προσπερνούν: τα ίδια τα γράμματα και τις λέξεις του. Ίσως επειδή ο Όμηρος μου ήταν απαγορευμένος για πολλά  χρόνια, αφού τον είχαν καταστρέψει  στο σχολείο, μπορώ σήμερα να τον  προσεγγίσω χωρίς προκαταλήψεις και εκ των προτέρων διαμορφωμένες ανάγκες. Όχι σαν αισθητικός, αλλά σαν ερευνητής που προσπαθεί να βρει τον  χαμένο θησαυρό. Τον θησαυρό που αναζητούσε ο δύστυχος  Σλήμαν και που τον ανάγκασε να γίνει Τζέιμς Μποντ .
Νάνος  Βαλαωρίτης
 Ο Όμηρος και το Αλφάβητο σελ.70

Αναζητώντας τις  Ομηρικές Λέξεις  στην   έννοια και τη σημασία τους

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

Πολεμικές Αναλύσεις περί Πολέμου


Οι ρίζες της λέξης

Μία πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση για την ετυμολογία της

Μια διαφορετική πολεμική ανάλυση
Του Κ. Α. Ναυπλιώτη
Μη σας τρομάζει ο τίτλος. Εξ άλλου τέτοιες αναλύσεις τις κάνουν ειδικοί επί του θέματος δηλ. οι πολεμικοί αναλυτές.

Εδώ πρόκειται για εκπλήρωση παλαιότερης υπόσχεσής μου όπου θα επιχειρήσω να προσεγγίσω την προέλευση της λέξης «πόλεμος» μέσα από αρχαία κείμενα και λεξικά, εξετάζοντας το θέμα, όχι από την ινδοευρωπαϊκή προέλευση και τεκμηρίωση που προέρχεται από τον γερμανικό φόβο του felm, αλλά και πέραν από το αρμενικό αρμένισμα του alm-uk(!).

Το να συμφωνεί κανείς ανεξέλεγκτα και ανεξερεύνητα με έστω και μεγάλους προλαλήσαντες δεν βρίσκεται μέσα στη λογική του γράφοντος‧ καθ’ ότι ο ίδιος στηρίζεται στην έρευνα των γραφών!

Αρχίζοντας από λεξικά όπως τα: Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής J. B. Hofman, Λεξικόν Ομηρικόν Ι. Πανταζίδου, Επίτομον Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης Π. Χ. Δορμπαράκη, Νικ. Γ. Δασκαλάκη, Λεξικόν Ορθογραφικόν Δ. Κυριακόπουλου, Λεξικό Δημ. Β. Δημητράκου, Λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας του Παν. Α. Γιαννακόπουλου κ.α διαπιστώνει κανείς πως, ακολουθούν την «πεπατημένη» του ρ. πολεμίζω με διάφορες μικροδιαφοροποιήσεις, όπως και το Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης της Liddell – Skott. Όσο για το Ετυμολογικόν Μέγα (Ε.Μ) γράφει: Πόλεμος‧ παρά τό τάς πόλεις μειοῦν‧ ἤ παρά τούς πολλούς ἀμάν, ὃ ἐστι θερίζειν καί κόπτειν ἤ παρά τό πόλεις ὀλύειν ἤ παρά το ὀλῶ, ὂλεμος.

Από της μικροδιαφοροποιήσεις αυτές προσπάθησα να ανακαλύψω τη διαφορά, προσεγγίζοντας το θέμα με βάση την Αριστοτελική λογική «ἐνδέχεται καί ἂλλως ἔχειν». Με βάση αυτή την προοπτική γίνεται και η ανάλυση του παρόντος.

Πόλεμος θεωρείται το σύνολο των συγκρούσεων και γενικά της αναμέτρησης με τον εχθρό. Με την ευρύτερη έννοια η λ. «πόλεμος» περιλαμβάνει πολλές μάχες και εξ αυτού έχουμε και την έκφραση χάθηκε μια μάχη αλλά δεν χάθηκε ο πόλεμος.

Ως αιτίες του πολέμου αυτού θεωρούνται οι αντιθέσεις μεταξύ των κρατών. Επομένως για να σταματήσουν οι πόλεμοι πρέπει να εξαλειφτούν αυτές οι αντιθέσεις‧ πράγμα ουσιαστικά αδύνατον. Και όπως μας λέει ο Πλάτων στους Νόμους (Α, 626) «Ἡ εἰρήνη εἶναι ἀκήρυκτος πόλεμος»*, και συμπληρώνει ο Θουκυδίδης «Ιστορίαι» (Α, 124) ότι «ἐκ τοῦ πολέμου μέν γάρ εἰρήνη βεβαιοῦται».

Όμως το θέμα μας δεν είναι αυτό, αλλά η προέλευση της λέξης…

Θεωρώ λοιπόν πως το εύκολο είναι να πει κανείς, πως ο πόλεμος προέρχεται από το ρ. πολεμίζω του οποίου η αρχική σημασία είναι «πάλλω (το δόρυ) αγωνίζομαι, κοπιάζω», αλλά και τραντάζω**. Όλ’ αυτά βέβαια με βάση όχι μόνο την επιχείρηση σύγκρισης με την… μητέρα Ινδοευρωπαϊκή, αλλά και την «αδήριτη ανάγκη» αυτό να…αποδειχτεί!

Ωστόσο τα ελληνικά της δεδομένα θεωρώ πως βρίσκονται κοντά στο πέλω – πέλομαι που σημαίνει κινούμαι, πηγαίνω-έρχομαι, συμβαίνω, επέρχομαι αλλά και πελεμίζω και με ετεροίωση (πελ/πολ) πολεμίζω. (βλ. λξκ. Δορμπαράκη & Γιαννακόπουλου).

Με αυτά σχετίζεται το ρ. πελάζω = πλησιάζω, προσέρχομαι, και το επίρρ. πέλας = πλησίον, και πέλαγος‧ το οποίο δεν πελάζει της γης και «εἰς τούς πέλας ἂγει» (Ε.Μ) (αντίθ. «ἑκάς» = μακράν).

Πιστεύω πως βασικό χαρακτηριστικό της λ. πόλεμος είναι το θέμα πολ- πελ- εκ του πέλω = περιπλανώμαι αλλά και κατοικώ. πολέω = περιφέρομαι, κινούμαι, αλλά και πόλις = πολιτεία, φρούριο (σχετ. η λ. πεζός, πεζικό). Με βάση τα παραπάνω η κίνηση των πολιτών γύρω από την «πόλιν» όχι μόνο για αμυντικούς λόγους αλλά και για πολεμικούς λόγους, λέγεται πόλεμος.

Το ρ. «πολεμίζω» επικ. λέγεται «πτολεμίζω» αλλά και «πτόλεμος» η δε «πόλις», «πτόλις». Τη συγγένεια αυτή την δηλώνει ή μάλλον την βεβαιώνει η μετατροπή του π σε τ. Ως εκ τούτου δεν «εγείρει ερμηνευτικά προβλήματα η εναλλαγή των π-/πτ- στην αρχή της λέξεως», αλλά, μάλλον επιβεβαιώνει τα ονόματα των Πτολεμαίων και του Νεοπτολέμου!

Εκτιμώ βέβαια πως αυτός είναι ο λόγος που δημιουργεί προβλήματα ή αν θέλετε σύγχυση στους Ινδοευρωπαϊστές. Εξ άλλου το βεβαιώνει και ο Θουκυδίδης βλ. (2.15) «καλεῖται…ἡ Ἀκρόπολις μέχρι τοῦδε ἔτι ὑπ’ Ἀθηναίων πόλις». Ο προστάτης ή οι προστάτες των πόλεων ελέγοντο και λέγονται «Πολιούχοι», «πολιούχος» (επικ. πολισσόος [ρ. σώζω]). Παράλληλα έχουμε και το «ἂστυ» που δηλώνει τις κατοικίες και τα οικήματα. Ακολουθεί ο «πολίτης» που ουσιαστικά είναι αυτός που κινείται πέριξ του πόλου (της πόλεως) ο οποίος παραμένει ακίνητος. Η δε ακρό-πολις ήταν το φρούριο της πόλης όπου εκκινούντο οι πολίτες για αμυντικούς λόγους αρχικά, και αργότερα επεκτάθηκε η σημασία τής σύγκρουσης με τον εχθρό. Το δε ρ. πολεύω και το πολέω ως αμεταβ. σημαίνει περιφέρομαι‧ και ως μεταβ. σημαίνει αροτριώ την γήν, ανασκάπτω δια του αρότρου (βλ. λξκ. Liddell – Scott λήμμα πολεύω-πολέω).

Πιστεύω πως στην ίδια οικογένεια ανήκει και το επίρρ. πέλας (ρ. πελάζω) που σημαίνει πλησιάζω, έρχομαι κοντά, προσεγγίζω‧ απ’ όπου και ο πελάτης…

Τέλος, ας μη μας διαφεύγει και ο αρχαίος στρατιώτης που υπηρετούσε ως Πελταστής (δηλ. ο ελαφρά οπλισμένος στρατιώτης προκειμένου να είναι ευκίνητος).

Πρόσθετα εξηγητικά

* Όπως προαναφέραμε ο «πόλεμος» δεν περιορίζει τη δράση του απαραίτητα με τα όπλα. Έχουμε διαφόρων ειδών «πολέμους» όπως π.χ οικονομικός πόλεμος, ψυχολογικός πόλεμος, ψυχρός πόλεμος. Ακόμα και η λ. «μάχη» μπορεί να γίνει χωρίς όπλα‧ βλ. μάχη της ντομάτας, του τελάρου!, της πατάτας...

Αν και η λέξη «πόλεμος» βρίσκεται μέσα στις λέξεις που ενδείκνυνται για σύγκριση σύμφωνα με τους φωνολογικούς κανόνες της «ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας» όπως λ.χ ήλιος, σελήνη, χιόνι, βροχή, άλογο, λύκος, σκύλος‧ οι οποίες εμπίπτουν στην κατηγορία του βασικού λεξιλογίου,…παρ’ όλα αυτά η γενετική σχέση της λ. «πόλεμος», και όχι μόνο, με την Ι.Ε δεν φαίνεται ευλογοφανής και από τον λόγο ότι οι γλώσσες μόνες τους δεν μεταναστεύουν και μάλιστα από την…Ινδία. Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε πως ούτε και οι Ινδοί μετανάστευσαν ή εκστράτευσαν ποτέ στην Ελλάδα, αλλά και ποτέ οι Έλληνες δεν μετέφρασαν ινδικά κείμενα στην ελληνική. Τουναντίον πήραν πλήθος ελληνικών λέξεων από τους μύθους του Ομήρου, όπως και τους φιλοσοφικούς διαλόγους του Πλάτωνος… Να επισημάνουμε ακόμα πως, ούτε και το ποσοστό των ομοιοτήτων -για να πούμε πως μια γλώσσα ανήκει στην Ι.Ε οικογένεια (το οποίο θεωρώ αυθαίρετο)- εκτιμώ πως υπερβαίνει το 20-25% κατά τους Ινδοευρωπαϊστές (βλ. Οι Ινδοευρωπαίοι Μέρος Α: Γλώσσα και πολιτισμός Γ. Κ. Γιαννάκης εκδ. Καρδαμίτσα 2014). Οι όποιες ομοιότητες πιστεύω πως κινούνται στο επίπεδο των τυχαίων ομοιοτήτων που συμβαίνουν ανάμεσα στις γλώσσες του κόσμου. Άρα η ιστορική προοπτική που μας παρέχει αυτό το μοντέλο πάσχει ως προς τη διατοπική διάσταση και το γεωγραφικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο υπάρχει και αναπτύσσεται η γλώσσα. Καταλήγουμε λοιπόν στη διαπίστωση ότι δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο το ότι κάποιες λέξεις μοιάζουν με τις ελληνικές, και γι αυτό έχουμε κοινό γλωσσικό πρόγονο. Είναι βέβαιο όμως πως το γαλλ. polemigue, το ιταλ. polemico, το ισπανικό polemico, το αγγλ. polemic, και το γερμαν. polemic προέρχονται από το ελληνικό πόλεμος, πολεμικός.

Ωστόσο το θέμα – πρόβλημα της ινδοευρωπαϊκής ομοεθνίας- ομογλωσσίας είναι τεράστιο και παρουσιάζει σοβαρά μειονεκτήματα όχι μόνο γλωσσικά αλλά και ιστορικά. Καθ’ ότι ουδεμία παράδοσις ή μυθολογία αναφέρει τους ινδοευρωπαίους.

** βλ. Ησιοδ. Θεογ. 458 «…καί ὑπό βροντῆς πολεμίζεται εὐρεῖα χθών» δηλ. με τη βροντή του τραντάζει την απέραντη γη (ερμην. Σταύρου & Άγγελου Βλάχου).                   

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Τι ψηφίζουν τα Ομηρικά Έπη



Τα Ομηρικά Έπη  ψηφίζουν ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
τη σωστή, την αδιάφθορη, τη διαφανή, την εύνομη και  την  ακριβοδίκαια  αρετή
'Οχι  υποκριτικά  και κερδοσκοπικά
σαν τους δεξιούς θεοκράτες που προσκυνούν την βασιλεία του   άλογου  θεού.
Όχι καιροσκοπικά και αμοραλιστικά σαν τους αριστερούς,   που θεοποιούν την δικτατορία του άμορφου  αμόρφωτου προλεταριάτου.
Όχι παρανοικά σαν τους  αριστεροκεντρικοδεξιούς  φιλελεύθερους  πολιτικής λαθότητος   που το μόνο που τους νοιάζει είναι μια καρέκλα για να περνούν καλά με το δημόσιο χρήμα καταχρηστικά.
Οι Ευρωεκλογές στερούνται νοήματος, όπως και το διακοσμητικό  Ευρωκοινοβούλιο.  Είναι μόνο για να ταίζουν τους μισθοφόρους μιας  τεμπέλικης  Ευρωπαικής κοιλάδας και να ροκανίζουν και τα τελευταία  θεμέλια της ειρήνης και της ασφάλειας των πολιτών της.
Παρ όλα αυτά, σε αυτές τις Ευωεκλογές παίρνουμε  μέρος, γιατί ως πολίτες, συμμετέχουμε στα κοινά και λέμε τη γνώμη μας καθαρά.
Όχι στα κόμματα τα συστηματικά, τα γνωρίζουμε πολύ καλά.
 Ψηφίζουμε κάποιο από τα μικρά και στέλνουμε ένα μήνυμα αρνητικής ψήφου σε ότι μας πρόδωσε και μας ξεπούλησε όλα τα χρόνια αυτά.
Προσοχή στην αποχή

"Τι ψηφίζω αν
δεν ψηφίσω?"‏ εδώ

 όσο μεγαλώνει η αποχή, τόσο πιο δυνατά γίνονται τα κόμματα
που έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά.

*Άρα, αυτοί που δεν ψηφίζουν επηρεάζουν το αποτέλεσμα υπέρ των μεγάλων
κομμάτων!*

Στο εκλογικό μας σύστημα επηρεάζουμε το αποτέλεσμα είτε ψηφίζοντας είτε
μην ψηφίζοντας, οπότε την επόμενη φορά σκεφτείτε καλά πριν δεν ψηφίσετε,
εκτός βέβαια και αν θέλετε να βοηθήσετε τους  Πρώτους  να πάρουν
αυτοδυναμία παρά τα χαμηλά ποσοστά σε σχέση με το παρελθόν,

και μετά να το παίζετε "αγανακτισμένος" ή "ανεξάρτητος" επαναστάτης στους
φίλους σας.


Ευρωεκλογές 2019