Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021

Όμηρος, το ομιλούν μαγικό ελάφι της γνώσης


Πρόλογος

Ο Όμηρος δεν είναι παρά ένα πανέμορφο ελάφι της γνώστης που δεν μπορεί παρά να το αγαπήσεις και να το ερωτευθείς. Και φυσικά, θα πρέπει να το αφήσεις ελεύθερο να τρέχει στα δάση και να τραγουδά σε καταπράσινα λιβάδια χωρίς τα σίδερα καμιάς νοητικής φυλακής.

Ένας από τους Άθλους του Ηρακλή, είναι η Κερυνίτις Έλαφος. Η Άρτεμις, θεά του κυνηγιού και της γνώσης, παίρνει πίσω το μαγικό πανέμορφο ελάφι της, χωρίς να πληγωθεί, από τον Ηρακλή.

 ....στην Χώρα του Μύθου και της Πραγματικότητας 

Αναζητώντας τον Όμηρο

Σκέψεις και  συλλογισμοί  γύρω από τα Ομηρικά  Έπη

 τον κόσμο  την φύση  τον άνθρωπο τον θεό το πνεύμα την  ύλη την ενέργεια τον θάνατο την ζωή την ποίηση και  τον ποιητή.

Ναύαρχος ο Ποιητής Όμηρος, ναυαρχίδα η Ελλάς, προορισμός η Ιθάκη αρμενίζοντας περπατώντας πετώντας για ένα παλάτι καθαρό με μία ψυχή μία καρδιά και ένα μυαλό

Και  ΕΜΕΙΣ  ΝΑΥΒΑΤΕΣ της ΟΜΗΡΟΓΝΩΣΙΑΣ πάνω σε γερό πλοίο και σκαρί στον αναπόφευκτο κατακλυσμό της Γνώσης  τον απελευθερωτικό.

ΜΕΝΤΩΡ Έπεα Πτερόεντα  Ημερολόγιο ΑΛΦΑ

συμβεβηκότων διαδικτυακού καταστρώματος

σε α΄Ενικό

Αστραία


Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2018

Θεοί και Μηχανές



Gods and Robots: 

Myths, Machines, and Ancient Dreams of Technology

Η συναρπαστική ανεκτίμητη ιστορία για το πώς οι αρχαίοι  άνθρωποι φαντάστηκαν τα ρομπότ και άλλες μορφές τεχνητής ζωής 
Το πρώτο ρομπότ που περπατούσε στη γη ήταν ένας χάλκινος γίγαντας που ονομάζεται ΤΑΛΩΣ. Αυτή η θαυμάσια μηχανή δεν δημιουργήθηκε από το MIT Robotics Lab, αλλά από τον Ήφαιστο, τον Ελληνικό θεό της εφεύρεσης. Πριν από περισσότερα από 2.500 χρόνια, πολύ πριν από τα μεσαιωνικά αυτόματα, και αιώνες πριν από την τεχνολογία που επέτρεπε την αυτόνομη λειτουργία των συσκευών, η Ελληνική μυθολογία διερευνούσε ιδέες για τη δημιουργία τεχνητής ζωής και αντιμετώπιζε ακόμα μη καθορισμένες ηθικές ανησυχίες για τη βιοτεχνολογία . 
Ήδη από τον Όμηρο, οι Έλληνες φαντάζονταν ρομποτικούς υπηρέτες, κινούμενα αγάλματα, ακόμη και αρχαίες εκδόσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης,ενώ μυθικά αυτόματα εμφανίζονται σε ιστορίες για τον Ιάσονα και τους Αργοναύτες, τη Μήδεια, τον Δαίδαλο, τον Προμηθέα και την Πανδώρα και πολλές από αυτές τις μηχανές περιγράφονται ως έχουσες τα ίδια υλικά και μεθόδους που οι ανθρώπινοι τεχνίτες χρησιμοποίησαν για την κατασκευή εργαλείων και αγαλμάτων. Και, πράγματι, πολλές εξελιγμένες κινούμενες συσκευές χτίστηκαν στην αρχαιότητα, φτάνοντας στο αποκορύφωμα με τη δημιουργία ενός πλήθους αυτομάτων στην αρχαία πόλη μάθησης, την Αλεξάνδρεια, την αρχική Silicon Valley. Από το βιβλίο της  καθηγήτρια Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, Δρ Αντριάν Μέιγιορ.
Η εξέλιξη της νοημοσύνης θεών ανθρώπων και μηχανών από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα περνά κυρίως μέσα από την Ελληνική Μυθολογία και τη κωδικοποιημένη ΓΝΩΣΗ της.
Αστραία

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ



Η Ακαδημία του Πλάτωνος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Ο Κρατύλος πλην της μεγάλης γλωσσολογικής του αξίας ανήκει και υπό φιλοσοφικήν έποψιν εις την τελευταίαν συγγραφικήν περίοδον του Πλάτωνος, διότι θέτει το ζήτημα της χειραφετήσεως της σκέψεως από τας ατελείας της γλώσσης, το οποίον αναπτύσσεται τελειότερον εις τον Θεαίτητον και τον Σοφιστήν. Επειδή όμως ο σκοπός της παρούσης βιβλιοθήκης δεν επιτρέπει να αναλύσωμεν διά μακρών το έργον, θα περιορισθώμεν να συνοψίσωμεν ενταύθα μόνον, πώς πρέπει να εννοηθή το γλωσσικόν μέρος, διότι συνήθως εις αυτό δεν αποδίδεται καμμία αξία.

Το μέρος τούτο διαιρείται εις δύο: Το προπαρασκευαστικόν (σελ. 21 [από: Εις πολλά μέρη …]— 75), [μέχρι δηλαδή περίπου της φράσεως -Πότε λοιπόν θα απέκαμνε δικαίως-] το οποίον περιέχει ετυμολογίας όχι καθώς τας εννοούμεν σήμερον, αλλά την μουσικήν ή λαϊκήν ετυμολογίαν (Wolksetymologie), και την ετυμολογίαν των ριζών (ή πρώτων ονομάτων, σελ. 75 — 85). — Ενταύθα αρχίζομεν από το δεύτερον.

1. Ο Κρατύλος θέτει καλώς το πρόβλημα της καταγωγής της γλώσσης.

Πρώτη αρχή της γλώσσης είναι οι κρότοι του στόματος και της ρινός, όχι ακόμη οι μιμητικώς και τεχνικώς διά του λάρυγγος εξερχόμενοι, αλλά αυθορμήτως και φυσικώς και επιφωνηματικώς κατά τινα ανάγκην του σώματος, ή πόνον, ή ανησυχίαν, ή πάθησιν.

Τοιούτος κρότος σαφέστατα διακρινόμενος είναι:

Ο κρότος του εμετού (εκ) ο οποίος διεσώθη καλώς εις την ελληνικήν γλώσσαν ως πρόθεσις &εκ& και είναι η αυτή λέξις με την γερμανικήν ekel = αηδία.

H ρινοφωνία της πείνης νρ (ν φωνήεν), το οποίον αρχικώς εσήμαινε πεινώ και τρώγω, και διεσώθη εις το στερητικόν &αν& και την πρόθεσιν &εν&, τα οποία είναι ακόμη όμοια εις την λατινικήν γλώσσαν (in). Παρόμοια είναι το λιχουδιστικόν &μλ μλ&, το θρηνητικόν &i&, το μασητικόν &κα-κα& (γερμ. Kauen) κτλ.

Οι κρότοι αυτοί και ολίγοι άλλοι παρόμοιοι είναι τόσον ευδιάγνωστοι, ώστε κάλλιστα έν ζώον όταν δεν βλέπη το άλλο και ακούη από το στόμα του τον κρότον &εκ&, εννοεί ότι τούτο κάμνει εμετόν. Αυτή λοιπόν η εξ αποστάσεως ειδοποιητική δύναμις των τοιούτων κρότων υπέδειξε τα πλεονεκτήματα της στοματικής συνεννοήσεως, και επίκουρος αυτής ήλθε η ανατομική εξέλιξις και τελειοποίησις των μυών του στόματος, το οποίον πλέον και άνευ της φυσικής ανάγκης ήτο εις θέσιν παιγνιωδώς πως να αποδώση εκείνους τους ήχους και κρότους με την βεβαιότητα, ότι το άλλο ζώον το οποίον ακούει, θα νομίση ότι πρόκειται περί αληθινού εμετού, ή άλλης αναλόγου φυσικής ανάγκης.

Και από του σημείου τούτου ο κρότος αυτός είναι καθαρώς γλωσσικής φύσεως, διότι δεν παράγεται αυθορμήτως εκ φυσικής ανάγκης, αλλά μιμητικώς. Ως τοιούτος γίνεται εξαίρετον όργανον της νοήσεως, διότι γυμνάζει την ψυχήν εις τας παραστάσεις άνευ των αισθήσεων και προ πάντων διότι ο κρότος, δηλαδή η λέξις τόρα πλέον, γίνεται αφορμή προς επανάληψιν και τελειοποίησιν της παραστάσεως. Διότι τόρα πλέον το εκ δεν σημαίνει μόνον κάμνω εμετόν, αλλά και το &έξω, εκτός, εξέρχομαι, έξοδος, εξωτερικώς, έξωθεν& κτλ. Δηλαδή ως ρίζα έχει μουσικόν σημαινόμενον χωρίς να ανήκη εις ωρισμένον μέρος του λόγου. Ομοίως η ρινοφωνία της πείνης γίνεται εκφραστικός ήχος του γενικωτέρου νοήματος της στερήσεως, και επί πολύν καιρόν υπάρχει ως αυθύπαρκτος λέξις αν σημαίνουσα στέρησιν, έως ότου ήλθε η εποχή της συγκολλήσεως των ήχων (συλλαβών), η οποία το κατέστησε στερητικόν α (αν), ενώ η έννοια του τρώγω διεκρίθη πλέον ως έννοια του εντός και έμεινε ως πρόθεσις εν, σημαίνουσα γενικώς &εντός, εισέρχομαι, είσοδος, ένδον& κτλ. Επίσης το θρηνητικόν i έγινε σύμβολον της θρηνώδους παρακλήσεως και απαιτήσεως και απετέλεσε μίαν προσταγήν = πήγαινε, απαράλλακτα καθώς διεσώθη εις την λατινικήν ως προστακτική του ρήματος io (i = πήγαινε), ελληνιστί ίθι. Βαθμηδόν το αυτό έλαβε και την σημασίαν του πορεύομαι, πορεία, δρόμος κτλ. Αλλά εξ άλλου έλαβε και την σημασίαν του χαρισμού και εχρησιμοποιήθη αργότερον ως επίθημα και κατάληξις της χαριστικής πτώσεως (δοτικής) και της χαριστικής εγκλίσεως, δηλ. της υποτακτικής και ευκτικής.

Ομοίως το ο (οχ) έγινε αρνητικόν ου, ουχί, το χα έγινε χάος, χαίνω, καγχάζω κτλ, το σα ανδάνω, satis, satigen, το λιχουδιστικόν μλ= μέλι, μελωδία, μέλος, μέλει (=έχει τον νουν του στο μέλι) κτλ.

Και διαρκώς πλέον η γλώσσα τροφοδοτεί την διάνοιαν και η διάνοια ωθεί την γλώσσαν προς άλλα. Το στόμα γίνεται τελειοτάτη μιμητική μηχανή. Δι' αυτό αρχίζει να μιμήται και ήχους παραγομένους εις άλλο μέρος του σώματος καθώς είναι ο κρότος της κοιλίας gut και σημαίνει κυρτός, γύρος, κύκλος, κύμα, κοίλος, έγκυος, ξυν (=έγκυος) κτλ… έπειτα το διεντέρευμα περ (πορ) πέρας, πέρα, περ, περί. Έπειτα χρησιμοποιεί το ε ως προσκλητικόν, και το προσκολλά ως κατάληξιν κλητικής πτώσεως και προστακτικής εγκλίσεως: άγγελε, άγγελε. Έκτοτε έχομεν την πρώτην πτώσιν και τοιαύτη είναι η κλητική (όχι η ονομαστική), και την πρώτην έγκλισιν και τοιαύτη είναι η προστακτική (όχι η οριστική), διότι ο ζωώδης άνθρωπος εκφράζει επιθυμίας και ανάγκας και όχι ορισμούς και κρίσεις.

Η οριστική έγκλισις παρήχθη αργότερον με μικράν διαφοράν από την προστακτικήν, σημαίνουσα προσταγήν αξιωματικήν άνευ αντιρρήσεως και καύχησιν: ου ποιήσεις = δεν θα το κάμης σου λέγω, είμ' Οδυσσεύς= το καυχώμαι.

Οι έξωθεν ήχοι εξηκολούθησαν συμπληρούντες την γλώσσαν. Ο ήχος της βροχής (σρρρ) εσχημάτισε το ρέω ρους και προ πάντων την κατάληξιν της συρροής και πλησμονής ρός. Ο ήχος της τριβής εσχημάτισε τα τρίβω, θερμαίνω, τέρπω, — τερος, τρυπώ, τρία. — τήρ, τής κτλ., ο κρότος του δεικνύοντος δακτύλου εσχημάτισε το γενικόν δεικτικόν το, το μασσητικόν κα-κα έγινε κακός, κακία κτλ., το καυστικόν δε (=τζιζ) έγινε δας, δαίω, διδάσκω, δαίμων, δη, δήλος, δέω, δεσμός, δέκα, δέχομαι κτλ.

Μίαν τοιαύτην γλωσσικήν αναδρομήν εις τα στοιχειωδέστερα διά της μουσικής αντιλήψεως των φυσικών ήχων και των φωνών των ζώων διέγνωσεν ο δαιμόνιος Πλάτων εις τον Κρατύλον του. Και αν δεν είχε τας σημερινάς ευκολίας της συγκρίσεως των γλωσσών διά να εξαντλήση όλα τα παραδείγματα, όμως ο συνθετικός του νους και εις ολίγιστα, πλην ασφαλή, στηριζόμενος έδωκε πλήρεις κανόνας της γλωσσογονίας.

2. Αι ετυμολογίαι του Κρατύλου είναι μουσικαί ετυμολογίαι.

Ο Πλάτων δεν γνωρίζει την ιστορικήν αλλά την μουσικήν ετυμολογίαν, η οποία συνήθως συμπίπτει με την ιστορικήν, πολλάκις όμως δεν συμπίπτει, και τότε παρέχει γλωσσικά φαινόμενα ανεξήγητα διά την γραμματικήν επιστήμην. Κάλλιστον παράδειγμα τούτου είναι η υπό του Πλάτωνος ετυμολογία της λέξεως αλήθεια. Η ετυμολογία αυτή προ πάντων συνετέλεσε να χάση ο Κρατύλος πάσαν υπόληψιν ως μη γνωρίζων δήθεν το στερητικόν α. Αλλά η σελίς 67 (τέλος) αποδεικνύει ότι ο Πλάτων γνωρίζει το στερητικόν α ως αυταπόδεικτον και είναι τόσον δεινός παρατηρητής της γλώσσης, ώστε αναλύει τελειότατα το δυσκολώτερον αθροιστικόν α λέγων εν σελίδι 46: καθώς εις το ακόλουθος και άκοιτις, όπου σημαίνει το ομού. Και εις την σελίδα 47: «Καθώς λοιπόν τον ομοκέλευθον και ομόκοιτιν τον ωνομάσαμεν ακόλουθον και άκοιτιν».

Και ερωτώμεν: άραγε ήτο δυσκολώτερον εις τον Πλάτωνα, ο οποίος ανεζήτει όλους τους γνωστούς τύπους των λέξεων, να εύρη εις τον δωρικόν τύπον αλάθεια την λθ ρίζαν και το α το στερητικόν (αρνητικόν), παρά το ακόλουθος να το ερμηνεύση ως ομοκέλευθος; Βεβαίως αυτό δεν είναι δυνατόν, ώστε κάτι άλλο θα συμβαίνη. Και πραγματικώς η λέξις αλήθεια μετά το αγαθόν έχει εξαιρετικήν θέσιν εις το γλωσσικόν αίσθημα του Πλάτωνος. Η αλήθεια είναι απαραιτήτως δια τον Πλάτωνα κάτι τι θείον, είναι άλη θεία= δηλαδή πτήσις θεία. Την τοιαύτην δε μουσικήν σημασίαν της λέξεως αλήθεια (λαϊκήν ετυμολογίαν) ο Πλάτων δεν την θυσίαζε απέναντι εκατομμυρίων στερητικών και αθροιστικών α.

Ευτυχώς τα φαινόμενα της μουσικής ετυμολογίας βαίνουν εκ παραλλήλου και εις την σημερινήν γλώσσαν, και είναι εύκολον να καταστήσωμεν το πράγμα αισθητόν. Καθώς η αλήθεια δια τον Πλάτωνα, ομοίως ιερά και ουράνια λέξις είναι σήμερον δι' ημάς τα χερουβείμ. Όστις ακούει προφερομένην αυτήν την λέξιν είναι αδύνατον να μην ενωτίζεται αυτό το χαίρε. Ο Πλάτων υπό τας σημερινάς συνθήκας της ορθογραφίας απλούστατα θα έγραφε το Χερουβείμ με αι (Χαιρουβείμ), καθώς οι τιμωρούμενοι μαθηταί των σχολείων. Αλλά ερωτώμεν: όσον και αν τιμωρήται ο μαθητής διά να μη γράφη εν έχειρον (το ενέχυρον), άραγε πιστεύει κανείς εκ των διδασκάλων ότι αναβιώνει την λέξιν εχυρός και καταστρέφει την κοινήν αντίληψιν (λαϊκήν ετυμολογίαν, volksetymologie) ότι το ενέχυρον είναι στο χέρι; Δι' αυτόν τον λόγον αρχαιόθεν η Ιερουσαλήμ εσχετίσθη με το ιερός και έλαβε δασείαν, ενώ δεν είχε. Διά τον ίδιον λόγον εις παλαιοτέραν εποχήν ο φιλόνεικος εγράφη με ει, διότι δεν ήτο πλέον φίλος νίκης, αλλά φίλος νείκους.

Η μουσική ετυμολογία με πάσαν θυσίαν αποφεύγει την πλησίασιν ωραίας λέξεως προς άλλην όλως κακέμφατον, ή και απλώς αντιφατικήν. Εις τοιαύτας περιστάσεις η γλώσσα προτιμά να μην εφαρμόση τους ευφωνικούς και αναλογικούς κανόνας και να αποτελέση εξαίρεσιν του κανόνος. Η εξαίρεσις όμως δεν είναι όπως την εννοεί μέχρι σήμερον η γραμματική, δηλαδή ως φαινόμενον ανεξήγητον και προσκρούον εις τον κανόνα, αλλά ως φαινόμενον υπαγόμενον εις άλλον κανόνα καλλιτεχνικώτερον. Και είναι ανάγκη να εξηγηθούν όλαι αι εξαιρέσεις και να υπαχθούν εις τους κανόνας των, δηλαδή να ευρεθή ο λόγος των, διότι άλλως η γλωσσική έρευνα δεν δύναται να ονομασθή επιστήμη.

Ημείς προσθέτοντες εις την γλωσσικήν επιστήμην πλην άλλων και τους καλλιτεχνικούς νόμους της μουσικής ετυμολογίας και της σαφηνείας εξηγούμεν τα δυσλυτώτερα γλωσσικά φαινόμενα. Το αρχαίον υύς (υιός) έπρεπε κατά τους κανόνας της συναιρέσεως να γίνη ύς δηλαδή χοίρος, αλλ' αντί τούτου εκλώτσησε τον κανόνα και εζήτησε άλλην διέξοδον, διότι ο υιός δεν γίνεται χοίρος εύκολα. Το νέος έπρεπε ομοίως να γίνη νους, αλλά νέος και νους συνήθως τουλάχιστον φαίνονται αντιφατικά και δεν πρέπει να σχετίζονται. Το βύρσα έπρεπε να γίνη βύρρα (άρσεν — άρρεν), αλλά τότε θα έχανε όλην την μουσικήν αλήθειαν (δηλαδή ετυμολογίαν). Αυτός δε ο λόγος της μουσικής αληθείας ή αντιθέτως αναρμοστίας έκαμε πλέον και τους τελευταίους σχολαστικούς να αποφεύγουν τα εκήλησε τα ώτα, διώκει την πόλιν, διότι υπενθυμίζουν τα εκύλησε και διώκει. Η αύξησις μάλιστα αυτή του εις οι ω έχει εντελώς ανάλογον παράδειγμα και εις την αρχαίαν γλώσσαν. Το ωνωμένος του 5ου αιώνος γίνεται οινωμένος εις τον Πλάτωνα (Νόμοι) και τον Αριστοτέλην. Και ενώ τα χειρόγραφα έχουν ανεξαιρέτως με οι, οι γραμματικοί διορθώνουν παντού ωνωμένος δηλ. εισάγουν τον όνον).

Πολύ περισσότεραι εξαιρέσεις της γραμματικής εξηγούνται με τον νόμον της σαφηνείας, ο οποίος είναι επίσης καλλιτεχνικός. Ο Brugmann παρατηρεί εις τα φαινόμενα της συναλοιφής (Σημ. 3) ότι είναι περίεργον, πώς η κράσις εφηρμόσθη εις τόσον ολίγα παραδείγματα (καγώ, κάτα, τούμπαλιν, τακτός κλ.) Αλλά το φαινόμενον τούτο είναι μάλλον αποτυχούσα απόπειρα, διότι άλλως θα παρεμορφούτο όλη η γλώσσα. Ο νόμος της σαφηνείας όμως βοηθούμενος εις πολλά και από την μουσικήν ετυμολογίαν επανέφερε το ακέραιον. Δι' αυτό εάν το ι της ερωτηματικής και αορίστου αντωνυμίας τι δεν εκθλίβεται, ο λόγος δεν έγκειται εις την φύσιν του φωνήεντος αυτού, καθώς προσπαθούν να εύρουν πολλοί μεταφυσικώς, αλλά διότι το τι με έκθλιψιν θα συνέπιπτε προς το τε με έκθλιψιν και η τοιαύτη συνάντησις φέρει ανεπανόρθωτον σύγχυσιν, διότι δεν βοηθεί ούτε η θέσις της λέξεως ούτε ο τονισμός. Ενώ λόγου χάριν το νά συμπίπτει μεν και αυτό φαινομενικώς, διακρίνεται όμως ευκόλως διά του τονισμού.

Η επιστήμη αντί να θαυμάζη τον Κρατύλον σήμερον, τον προπηλακίζει μη εννοούσα το βαθύ νόημα του γενάρχου αυτού της γλωσσολογίας. Λόγου χάριν ο Πλάτων παράγει το άνθρωπος από το αναθρώσκω όπα. Η γλωσσολογία αντιτείνει από το ανήρ όψ. Επίσης του Delbrück δεν του αρέσει ότι το σώμα παράγεται από το σώος σώζω, οιονεί σώσμα, αλλά το θέλει από το σκυλεύω.

Και όμως τι λέγουν τάχα καλλίτερον περί του Αγαμέμνονος (σελ. 27 — 28) ή τι θαυμασιώτερον ημπορούν να ειπούν περί του δαίμονος (σελ. 33). Η μουσική ετυμολογία του ευφροσύνη από το ευφεροσύνη (σελ. 71) όχι μόνον επικυρώνεται από τον ίδιον Πλάτωνα εις τον Σοφιστήν: παραφροσύνη = παράφορος σύνεσις (σελ. 29, ιδέ και σελ. 28 την παράθεσιν των λέξεων διαφθοράν διαφοράν, η οποία είναι ετυμολογικόν σχήμα κατά τα Ομηρικά: εις άλα άλτο και θεοί θέσαν), αλλά και από όλην την Ελληνικήν γλώσσαν, η οποία έδωσε εις την παραφοράν την σημασίαν της παραφροσύνης.

Άλλως ο Πλάτων τας περισσοτέρας ετυμολογίας τας κάμνει ως προγύμνασιν και ως παραδείγματα ευλογοφανή, εις τα οποία δεν επιμένει πάντοτε, αλλά μόνον ζητεί δι' αυτών να σχηματίση έν σύνολον κανόνων, διά να ανέλθη εις την πρώτην αρχήν της γλώσσης και ερευνήση την σχέσιν αυτής προς την διάνοιαν. Κατά τούτο δε ακριβώς αναδεικνύεται και θείος εις τον Κρατύλον.

ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ


Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Ο Διομήδης για τη Φιλία



Η ΑΘΗΝΑ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ ΤΟΝ ΔΙΟΜΗΔΗ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΒΕΡΟΛΙΝΟ 
  Albert Wolff, 1853 

Αναφέρεται από τον Αριστοτέλη στα Ηθικά  Νικομάχεια για τη φιλία. 

Κ Ιλιάδος 224
σύν τε δύ' ἐρχομένω καί τε πρὸ ὃ τοῦ ἐνόησεν
ὅππως κέρδος ἔῃ· μοῦνος δ' εἴ πέρ τε νοήσῃ
ἀλλά τέ οἱ βράσσων τε νόος, λεπτὴ δέ τε μῆτις.

Όταν πηγαίνουν  δυο μαζί , προνοεί  ο ένας για  το επικερδές
αλλά όταν μένει μονάχος, ακόμη και αν σκεφτεί,
νωθρός  ο νους και  ισχνή είναι η μήτις


Ομηρικά Αποφθέγματα




Πέμπτη 28 Απριλίου 2016

Απαντήσεις Θεών


  

 ....στις ερωτήσεις  ανθρώπων

Ήταν ένας Έλλην, ένας από τους  ανώνυμους, της γλυκυτάτης Ανθολογίας, που είπε αυτόν τον λόγο, τόσο απλό και  συγχρόνως τόσο βαθύ:
Αν ήμουν θεός, δεν θα ζητούσα  από τους λατρευτές μου να με παρακαλούν, ούτε να με αγαπούν.Θα τους ζητούσα να προσπαθήσουν να με καταλάβουν.

σελ. 19
Ελληνική Μυθολογία
εισαγωγή
JEAN RICHEPIN
της Γαλλικής Ακαδημίας
επιμέλεια κειμένου
Σπύρος Μαρινάτος
εκδόσεις Περγαμηναί
1954
τόμος Α
ΟΙ ΘΕΟΙ

Le dernier mot de la terre, quand elle laissera son dernier souffle, sera GRECE!
«Η τελευταία λέξη της γης, όταν θα αφήνει την τελευταία της πνοή, θα είναι ΕΛΛΑΣ!» 

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Τα Ελληνικά Επιτεύγματα



Ποιος σκότωσε ... τον ελληνικό πολιτισμό

Ένας Αμερικανός υπερασπίζεται τον Όμηρο, τις κλασικές σπουδές και τον πολιτισμό που γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. Ξιφουλκεί κατά της αδιαφορίας που υπάρχει σήμερα για τις ελληνικές σπουδές, εκτοξεύει κατηγορίες για τη μείωση των κονδυλίων στα αμερικανικά πανεπιστήμια και προτρέπει τους αναγνώστες των βιβλίων του να «ζήσουν περισσότερο ελληνικά».
Ο κ. Βίκτωρ Ντέιβις Χάνσον (Victor Davis Hanson) θα βρίσκεται αύριο στην Αθήνα, προσκεκλημένος του Ιδρύματος Ωνάση και θα δώσει μια διάλεξη στο ξενοδοχείο «Ιντερκοντινένταλ» με το προσφιλές του θέμα «Ποιος σκότωσε τον Όμηρο».
Ο κ. Χάνσον, σε ηλικία μόλις 48 ετών, διαθέτει ήδη μια εικοσαετή ακαδημαϊκή εμπειρία στη διδασκαλία των ελληνικών γραμμάτων και σήμερα είναι διευθυντής του προγράμματος κλασικών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Φρέσνο στην Καλιφόρνια. Έχει βραβευτεί από την αμερικανική φιλολογική εταιρεία και έχει εκδώσει ένδεκα βιβλία σχετικά με την αρχαία ιστορία. Εύλογο λοιπόν το αρχικό ερώτημα για τη «γνωριμία» του με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό:
«Μεγάλωσα σε μια απομονωμένη φάρμα στην κεντρική Καλιφόρνια», λέει ο κ. Χάνσον και εξηγεί ότι ο δρόμος προς το πανεπιστήμιο ήταν μια οδός διαφυγής. «Όμως, επειδή δεν με ευχαριστούσαν οι πολιτικές επιστήμες και η κοινωνιολογία, κατά κάποιο τρόπο, είδα τις κλασικές σπουδές ως έναν εναλλακτικό κόσμο, ένα καταφύγιο. Εκεί ανακάλυψα έναν πλούσιο κόσμο όπου χωρίς να το συνειδητοποιώ, αρκετές αξίες τις οποίες πρέσβευε ήταν παρόμοιες με εκείνες που μεγάλωσα».
Σταδιακά οι κλασικές σπουδές τον απορρόφησαν και έζησε στην Αθήνα δύο φορές την περίοδο 1973-1974 και 1978-1979. Όσο για τη σημερινή θέση και σημασία που έχουν οι κλασικές σπουδές στο δυτικό πολιτισμό, ο Αμερικανός ελληνιστής λέει ότι τις θεωρεί ως «σημείο - κλειδί». «Η άνοδος των πολυπολιτισμικών σπουδών είχε αρνητικά αποτελέσματα, διεθνώς, όσο και στην αμερικανική κοινωνία».
Είμαστε μια κοινωνία πολλών εθνοτήτων, όμως πρέπει να έχουμε ως σημείο αναφοράς μια κοινή κουλτούρα, την έννοια της Δημοκρατίας, την οικονομία της αγοράς, την προσωπική ελευθερία του ανθρώπου.
Φυσικά απολαμβάνουμε το φαγητό, τη λογοτεχνία, τα παιχνίδια από την πλούσια παράδοση της Κίνας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής. Όμως πρέπει να ομολογήσουμε ανοιχτά ότι ουδείς επιθυμεί να ενστερνιστεί τη θρησκεία των Ίνκας ή τα αφρικανικά πολιτικά συστήματα, την κινεζική έννοια της ελευθερίας ή τις ισλαμικές ιδέες θρησκείας και κράτους.
Συνεπώς το δυτικό παράδειγμα που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα είναι η μοναδική μας ελπίδα. Φυσικά εκτιμούμε την αισθητική και την ομορφιά της ελληνικής τέχνης, της λογοτεχνίας και της αρχιτεκτονικής., όμως σε αυτές τις κρίσιμες ημέρες με τις μεγάλες πολιτιστικές αλλαγές, το σημείο αναφοράς είναι οι αξίες της αρχαίας Ελλάδας».
Στο ερώτημά μας για ποιο λόγο ο Όμηρος δεν είναι πλέον δημοφιλής στα αμερικανικά πανεπιστήμια, ο κ. Χάνσον δίνει δύο ερμηνείες:
«Πρώτον, λόγω των επιπόλαιων αξιών ζωής και των εφήμερων απολαύσεων στη σύγχρονη εποχή του βίντεο. Δεύτερον, και πλέον σημαντικό, είναι η έλλειψη αφοσίωσης των ακαδημαϊκών, που είναι ταγμένοι να διατηρούν και να προάγουν την ελληνική κληρονομιά. Οι περισσότεροι είναι στενόμυαλοι υπάλληλοι χωρίς επιθυμία ή δυνατότητα να δώσουν τη φλόγα της αγάπης προς τον Ελληνισμό».
Ο κ. Χάνσον λέει πως η κλασική παιδεία είναι κάτι περισσότερο από την απλή γνώση της γλώσσας.
«Εκείνο που συχνά ξεχνάμε είναι το πνεύμα του Ελληνισμού», λέει. «Η κριτική αναφορικά με το βιβλίο εστιάστηκε στην πρόσκληση να «συμπεριφερόμεθα» περισσότερο ως Έλληνες», μας λέει.
«Ασφαλώς δεν εννοούμε το να φοράμε χιτώνες ή να έχουμε σκλάβους. Είναι η διάθεση να γευθούμε τον τρόπο ζωής των Ελλήνων, ιδίως όπως το βλέπουμε στον Όμηρο και στον Πλάτωνα, ένα κουράγιο να μιλά ειλικρινά και ξάστερα, μια επιθυμία να συμμετέχει σε διάλογους αντιπαράθεσης, η αναγνώριση ότι το κυνήγι της καριέρας, η δειλία, η παθητικότητα και το κοινωνικό στάτους κβο συχνά δεν οδηγούν πουθενά.
Οι Έλληνες αναγνώρισαν ότι οι ανακαλύψεις τους για τον ορθολογισμό και τον εμπειρισμό δεν ήταν το παν. Άφηναν οδούς για τις ανθρώπινες εμπειρίες ανοικτές σε μυστήρια, στο πνεύμα και στο ανεξήγητο.
Εμείς ως καθηγητές πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και συχνά μη παραδοσιακοί και να υποδεχόμαστε θετικά, αντί να αποφεύγουμε κάθε αντίθετη γνώμη».

«Μοναδικά τα ελληνικά επιτεύγματα»
Για το σημερινό ελληνικό πνεύμα, ο κ. Χάτσον θεωρεί ότι το κλειδί για τη διατήρηση του Ελληνισμού είναι η σύγχρονη Ελλάδα.
«Υπάρχει κάτι μαγικό στη φυσική διαμόρφωση της ελληνικής γης, που υποβοηθά να ερμηνεύσεις τα ελληνικά επιτεύγματα, μας λέει ο κ. Χάτσον. Παρά την εκπαίδευσή μου στην ελληνική φιλοσοφία, ποτέ δεν κατάλαβα τον Ελληνισμό έως τη στιγμή που έζησα στη χώρα σας για δύο χρόνια. Υπάρχει κάτι ανεξήγητο, όταν εξετάζεις την ιστορία της Ελλάδας, που μπορεί να ερμηνευτεί μόνο από το πνεύμα, καθώς αυτό αποτελεί από μόνο του μια λογική εξήγηση. Το γεγονός ότι μια τόσο μικρή χώρα στα νότια Βαλκάνια δημιούργησε το δυτικό πολιτισμό, ευδοκίμησε μέσα στη ρωμαϊκή κατοχή, σχεδόν μόνη αντιστάθηκε στις προκλήσεις του Ισλάμ για αιώνες, υπέφερε και άντεξε την Οθωμανική κατοχή, είναι κάτι το εντυπωσιακό ή απίστευτο. Καμία άλλη κοινωνία στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι συγκρίσιμη. Οι Έλληνες, όπου και να τους συναντήσεις, στην Ευρώπη, την Καλιφόρνια ή το Σικάγο, διαθέτουν μια ελαστικότητα και ένα αίσθημα τόλμης».
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο «Έθνος της Κυριακής» της 27ης Μαΐου 2001, σ. 51.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Ο Φιλέταιρος Αρχηγός



Το Ταξίδι του Οδυσσέα

1. Η σχέση του ποιητή με τη Μούσα
«Οι στίχοι "τη μάνητα, θεά, τραγούδα μας του ξακουστού Αχιλλέα" ή "τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου" (μτφρ. Ν. Καζαντζάκη - Ι.Θ.Κακριδή), με τους οποίους αρχίζουν τα ομηρικά έπη, προδίδουν ότι ο ποιητής τους δεν διαθέτει γνώση που πηγάζει από τον ίδιο του τον εαυτό και ότι το έργο του δεν οφείλεται στο ατομικό του τάλαντο ή στα προσωπικά του βιώματα, αλλά σε θεϊκή έμπνευση. [...] Η υπεροχή των θεών σε σύγκριση με τον άνθρωπο, που μόνο τη φήμη ακούει, συνίσταται στο γεγονός ότι οι Μούσες παρευρίσκονται παντού, βλέπουν και γνωρίζουν οτιδήποτε συμβαίνει [...].»

2. Τα δύο προοίμια σε σχέση με τη σύνθεση της Οδύσσειας
«Η προοδυσσειακή παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Οδυσσέας επιστρέφει στην Ιθάκη δίχως συντρόφους, δέσμευε τον ποιητή της Οδύσσειας και δεν άφηνε περιθώρια ανατροπής. Με δεδομένη όμως μια τέτοια δέσμευση, το έπος της Οδύσσειας κινδύνευε να εμφανίσει τον νοστούντα Οδυσσέα κατά κάποιον τρόπο αφιλέταιρο. Πιστεύω ότι ο ποιητής, έχοντας συνείδηση της ενδεχόμενης, ή και βέβαιης, αυτής παρεξήγησης, πήρε όλα τα μέτρα του για να την αποτρέψει. Προγραμμάτισε την Οδύσσεια ούτως ώστε να αντιστρέφεται το προκείμενο σκάνδαλο σε εξέχουσα αρετή του ήρωα. [...]
Το προοίμιο εξάλλου της Οδύσσειας μοιράζεται σε δύο περίπου ισόστιχα μέρη. Στο πρώτο μέρος συσσωρεύονται όλα τα τυπικά, προεπικά και επικά, κατηγορούμενα του ήρωα, για τα οποία υπάρχουν και καθιερωμένοι λογότυποι: πολύτροπος, πτολίπορθος, πολύπλαγκτος, πολύτλας, πολύϊδρις. Για το δεύτερο όμως μέρος (στ. 5-9) επιφυλάσσεται η κατεξοχήν οδυσσειακή αρετή του Οδυσσέα, για την οποία δεν έχει προσχηματιστεί ακόμη σημαντικός λογότυπός της: ο ήρωας αναδέχεται όλο το βάρος και αναλαμβάνει τον αγώνα να σώσει τη ζωή και να εξασφαλίσει τον νόστο των συντρόφων του· εκείνοι όμως ενδίδουν στην ανίερη ατασθαλία τους και χάνουν οριστικά τον νόστο τους. Μέσα ακριβώς από την εναντιωματική αυτή περίοδο ο Οδυσσέας υποβάλλεται ως φιλέταιρος αρχηγός [...].
Το κυρίως προοίμιο ενέχεται, εκτός των άλλων, και για θεματική μεροληψία, η οποία συχνά πυκνά κατηγορήθηκε: σχεδόν με το σύνολό του παραπέμπει στις τέσσερις μόνον από τις είκοσι τέσσερις ραψωδίες της Οδύσσειας - εκείνες των "Μεγάλων Απολόγων", που εκβάλλουν στο μοιραίο για τους εταίρους επεισόδιο της Θρινακίας. Ο σκανδαλώδης αυτός θεματικός περιορισμός, που αντίκειται στις εντολές ενός τυπικού προοιμίου, είναι κατά τη γνώμη μου, εσκεμμένος: εξυπηρετεί τη φιλέταιρη δικαίωση του Οδυσσέα, για την οποία ο ποιητής δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία.
Μίλησα προηγουμένως και για δεύτερο προοίμιο, [...] (στ. 11-21). Εδώ ακριβώς διορθώνεται η θεματική μεροληψία του πρώτου προοιμίου, συμπληρώνονται τα κενά του, αίρονται οι ασάφειές του ως προς τον προσωπικό νόστο του Οδυσσέα. Η σημαντικότερη όμως, τελικώς παραπληρωματική, διαφορά των δύο προοιμίων βρίσκεται, νομίζω, αλλού: οι πρώτοι δέκα εναρκτήριοι στίχοι του έπους ορίζουν και συστήνουν το ποιητικό "παρελθόν" της Οδύσσειας· οι επόμενοι έντεκα το ποιητικό της "παρόν". Η πρόταξη του ποιητικού παρελθόντος στο κυρίως προοίμιο, που αντιστοιχεί στην όψιμη και εγκιβωτισμένη μακρά διήγηση των "Μεγάλων Απολόγων", προκρίνεται, επειδή σε τούτο το θεματικό και αφηγηματικό πλαίσιο τίθεται και λύνεται το δίλημμα του αφιλέταιρου ή φιλέταιρου αρχηγού.»

3. Η αφηγηματική τεχνική In Medias Res
«Όταν ένας κριτικός όπως ο Οράτιος (ΑΓΒ 148 κ.ε.) επαινεί τον Όμηρο, επειδή τοποθετεί τον αναγνώστη αμέσως in medias res, διακρίνει -και δικαιολογημένα- σ' αυτή την επιλογή προφανώς την τεχνική του Ομήρου που θέλγει τον αναγνώστη. Ένας άνθρωπος που ο ακροατής τον συναντά σε μια τόσο ασυνήθιστη κατάσταση, όπως συμβαίνει με τον Οδυσσέα στο μακρινό νησί Ωγυγία, προκαλεί μεγαλύτερη συμπάθεια από ό,τι κάποιος άλλος που τον συναντά κανείς σε καθημερινές συνθήκες. Ο Οδυσσέας στην Ωγυγία εξάπτει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ή του ακροατή από δύο απόψεις: δεν θέλει μόνο να μάθει πώς θα καταφέρει ο Οδυσσέας να φτάσει από εκεί στην πατρίδα του, αλλά και πώς μπλέχτηκε σ' αυτή τη φαινομενικά απελπιστική κατάσταση. [...] Το πρόσωπο του Οδυσσέα είναι κατά κάποιον τρόπο αινιγματικό για τον ακροατή. Αυτό το τέχνασμα, να δοθεί δηλαδή στην αρχή της επικής δράσης [...] ένας γρίφος, θα λέγαμε, που επιλύεται στη συνέχεια με μεγάλη επιβράδυνση, και μάλιστα σταδιακά, εκπλήσσει και αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη.» (W. Suerbaum, βλ. Επιστροφή, σσ. 337-8, Γ').

4. Το θέμα της Οδύσσειας: ο νόστος (και όχι οι περιπέτειες) του Οδυσσέα
«Με μια δυσεξιχνίαστη απλότητα η ποίηση του Ομήρου αφήνει τα πράγματα της ζωής να κυβερνούν [...]. Αντικείμενο αυτής της ποίησης δεν είναι η "περιπλάνηση του Οδυσσέα"· ο Οδυσσέας δεν είναι πια ο παλιός κυνηγός της περιπέτειας· κυρίαρχος πάνω απ' όλα στέκει ο νόστος, ένα γεγονός που μέσα του φανερώνεται κάτι το πρωταρχικά ανθρώπινο. Όταν η ανάγκη μάς οδηγεί στη μακρινή ξενιτιά και μας αποσπά από τις ρίζες της ύπαρξής μας, ο γυρισμός στο σπίτι αποτελεί πάντα ένα είδος "επιστροφής στον εαυτό μας".

Αυτή την έννοια του νόστου ο Όμηρος την αντιμετώπισε με μεγάλη απλότητα και σοβαρότητα. Και καθώς ξεδίπλωσε σε εικόνες και μορφές όλα όσα βρίσκονταν κλεισμένα μέσα στο θέμα "νόστος", η γεμάτη περιπέτειες θαλασσοπορία έγινε στα χέρια του τραγούδι του ανθρώπου, "ένας καθρέφτης ζωής" - δεν μπορούμε να κοιτάξουμε μέσα του χωρίς να νιώσουμε ότι εδώ ο ποιητής έχει προκαταλάβει εμάς τους ίδιους.» (Schadewaldt, Από τον κόσμο και το έργο του Ομήρου τ. Β', σ. 210, Β').

Οδύσσεια: Ένας καθρέπτης ζωής

Άρμα Αχιλλέως

ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ

Στον Θαυμαστό κόσμο του Ομήρου

1. Το προοίμιο
«Η Ιλιάδα έχει δεκαπεντέμισι περίπου χιλιάδες (15.692) δακτυλικούς εξάμετρους στίχους. Στον πρώτο από αυτούς ο ποιητής γυρεύει από τη θεά να του ψάλει την μήνιν του Πηλείδη Αχιλλέα. Η λέξη μήνις είναι η πρώτη στο πρώτο ημιστίχιο, το δεύτερο το παίρνει ολόκληρο το όνομα του ήρωα που θύμωσε. Στους άλλους έξι στίχους που έχει το προοίμιο, επιγραμματικά σύντομο, δίνονται οι συνέπειες του θυμού —πολλών γενναίων ψυχές έστειλε στον Άδη κτλ. — και η πιο βαθιά αρχή των γεγονότων: η βουλή του Δία, που εκπληρωνόταν έτσι. Ο έβδομος στίχος έχει τα ονόματα των δύο αρχηγών που μάλωσαν, Ατρείδης άναξ ανδρών πρώτα και πλατιά ειπωμένο, δίος Αχιλλεύς ύστερα και σύντομα. Με το όνομα του Αχιλλέα, που τ' ακούμε για δεύτερη φορά, κλείνει το προοίμιο, αφού είπε όλα όσα χρειάζονταν: το θέμα, τους ήρωες, την πηγή αυτών που θα γίνουν.
[...] Μόνο ο Όμηρος, όπως μαθαίνουμε από τον Αριστοτέλη (Ποιητική 1459α 30), έβαλε στη βάση της ενότητας στη μεγάλη του διήγηση μια πράξη και γύρεψε να μας κάνει να δούμε όλη τη μακροχρόνια σειρά των γεγονότων του πολέμου μέσα από το πρίσμα της πράξης αυτής.»
(Κομνηνού-Κακριδή Ό.,  Σχέδιο και τεχνική της Ιλιάδας, σελ. 6-7)

2. Η έναρξη της δράσης

«Ο χρόνος της αφηγηματικής δράσης έχει τώρα προσδιορισθεί - θα ξεκινήσει με τη διένεξη των δύο ηρώων. Η αιτία της έριδας θα επισημανθεί για πρώτη φορά σε μιαν ερώτηση που απευθύνεται στη θεά: "Ποιος τάχα απ' τους θεούς τους έσπρωξε να μπούνε σ' τέτοια αμάχη;" [μτφρ. Ν. Καζαντζάκης -1. Κακριδής] (η ερώτηση προς τη Μούσα είναι στερεότυπο στοιχείο της επίκλησης, όπως βλέπομε στο Β 487). Ο ποιητής επιδέξια βοηθάει το ακροατήριό του να συλλάβει την παρούσα κατάσταση, με ένα άλμα στο μέλλον (= οργή του Απόλλωνος και λοιμός) και κατόπιν με επάνοδο στον παρόντα χρόνο, με ενδιάμεσο σημείο την αποπομπή του ιερέα από τον Αγαμέμνονα- η δράση ξεκινάει ανεπαίσθητα, καθώς ο ιερέας πλησιάζει τα ελληνικά πλοία.»
( Edwards M.W Όμηρος ο ποιητής της Ιλιάδας, εκδ. Καρδαμίτσα, σελ. 240-241)

3. Η σκηνή του Χρύση

«[...] Ο λόγος του Χρύση για μια στιγμή δείχνει πως πέτυχε το σκοπό του - όλοι οι Αχαιοί — στρατός και βασιλιάδες— επιδοκιμάζουν και φωνάζουν ότι πρέπει να σεβαστούν τον ιερέα και να δεχτούν τα λύτρα. [...] Ένας μόνο δε συμφωνεί, αυτός που το ζήτημα τον αγγίζει άμεσα, ούτε νιώθει την υποχρέωση να συμμορφωθεί με των άλλων τη γνώμη, ο Αγαμέμνονας. Τον βλέπουμε να ξεχωρίζει έντονα στους δύο στίχους που εισάγονται με τον "αλλά" (24 κ.) και βρίσκονται σε χτυπητή αντίθεση με τους προηγούμενους των Αχαιών. Το όνομά του ακούγεται για πρώτη φορά τώρα μαζί με το πατρωνυμικό του (24) σκεπάζοντας το μισό στίχο, τη στιγμή που ο ήρωας παρουσιάζεται σε όλη του τη δύναμη να καταφρονεί και τον ικέτη και το θεό του και τους Αχαιούς, βασιλιάδες και λαό (στ. 26-32). Χαρακτηριστική η αντίθεση του "κρατερού" αυτού λόγου με τον ήπιο του Χρύση. Μπροστά του ο Αγαμέμνονας δεν βλέπει τον ιερέα, που έχει χρέος να σεβαστεί, όπως οι Αχαιοί (23)- βλέπει τον αδύναμο, αξιοκαταφρόνητο γέρο (26). Και εκεί που ο Χρύσης είχε περιλάβει στο λόγο του τους Ατρείδες και τους Αχαιούς όλους, για να μιλήσει μόνο για μια στιγμή για τον εαυτό του (19), ο Αγαμέμνονας κλείνεται σ' έναν πιο στενό κύκλο - γι' αυτόν δεν υπάρχει άλλος από τον εαυτό του, τον αντίμαχό του και τη γυναίκα που τους έφερε αντιμέτωπους. [...] Με τον τελευταίο του λόγο ο Αγαμέμνονας γυρίζει στο Χρύση (32) - ο στίχος έρχεται σε συνειδητή αντίθεση με τον τελευταίο τον πρώτο λόγο 21): κρυφή απειλή εκεί, ανοιχτή απειλή εδώ. Ο Χρύσης ζητούσε να σεβαστούν έναν μεγάλο θεό - ο δεύτερος, πάντα προσωπικός, απαιτεί να πάψουν να τον ερεθίζουν. [...] Οι Αχαιοί έχουν βουβαθεί - ο αρχιστράτηγος τους δεν αξίωσε να τους αναφέρει ούτε με έναν λόγο, ούτε και έδωκε καμιά σημασία στη γνώμη τους. Χαρακτηριστική η αντίθεση της τωρινής βουβαμάρας τους με την επευφημία τους ύστερα από το λόγο τον Χρύση (22).»
(Κακριδής Ι.Θ., Προομηρικά..., σελ. 61 κ.εξ.)


4. «Και η βουλή γενόνταν του Κρονίδη»

«Σχετικά με την Ιλιάδα στέκει στην αρχή η φράση: Διός δ' έτελείετο βουλή [έτσι το θέλησε να γίνει τότε ο Δίας], και κατά κάποιον τρόπο αυτή η θέληση τον ύψιστου θεού αποτελεί πραγματικά τον απώτατο στόχο στην Ιλιάδα. Και όμως η Ιλιάδα δεν γίνεται γι' αυτό θεοκρατικό ποίημα-μέσα της ο κόσμος δεν υποβιβάζεται σε απλή σκηνή, όπου οι άνθρωποι δρουν σαν ανδρείκελα, υπακούοντας στα νοήματα ενός ανεξιχνίαστου σκηνοθέτη. Πώς γίνεται αυτό; Γίνεται επειδή ο ποιητής, όταν αποκαλύπτει τα μελλούμενα, δεν τα αποκαλύπτει μονομιάς. Διαβαθμίζει τους στόχους, και ο θεός φανερώνει τις προθέσεις του κομματιαστά, με προρρήσεις που αλληλοσυμπληρώνονται ως πολύ πέρα από τη μέση τον έπους- και πάλι, το τέλος μένει μυστικό. Άλλες θεϊκές δυνάμεις, που αγνοούν τις απώτερες προθέσεις τον Δία, κατευθύνουν στο μεταξύ τη δράση σε δρόμους που απομακρύνονται από τους καθορισμένους στόχους, ή και σημειώνουν υποχώρηση. Και συχνά η πορεία της υπόθεσης είναι έτσι οργανωμένη, ώστε να ανοίγονται παράπλευροι δρόμοι, που αν τους ακλουθούσε κανείς θα γλίτωνε πραγματικά τις συμφορές που πλακώνουν.
Όλα αυτά και μερικά άλλα ακόμη προσφέρουν στη δράση ενότητα και ποικιλία συνάμα, και προπαντός έχουν αποτέλεσμα να διατηρεί η δράση τον ανθρώπινο χαρακτήρα της. Πίσω από αυτή την "τεχνική" στέκει μια κοσμοθεωρία που βλέπει όσα συμβαίνουν στον κόσμο όπως είναι: στην ενεργητική τους πραγματικότητα — όχι ψύχραιμα, ανέλπιδα, και αποθεοποιημένα, σαν ένα ρεύμα από χειροπιαστές "πραγματικότητες", που η καθεμιά τους οδηγεί υποχρεωτικά στην επόμενη, ούτε όμως και ηθοπλαστικά σαν μια "ανώτερη τάξη" που με απόλυτη συνέπεια φανερώνεται στο καθετί και στο σύνολο. [.] Τίποτε δεν συμβαίνει γιατί έπρεπε ή γιατί κάποιος το ήθελε- το θεϊκό "πρέπει" και το ανθρώπινο "θέλημα" συμπλέκονται με τρόπο που να μην μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει. Έχουν παραμεριστεί όσα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι οι δρόμοι της δράσης είναι αυστηρά προκαθορισμένοι και αναλλοίωτοι- από τη υπόσταση όμως των πραγμάτων και τις ίδιες τις περιστάσεις, με το παιχνίδι των ορμών και των δυνάμεων, δημιουργείται αυτό που πρέπει να γίνει, και αυτό είναι το θεϊκό. Ο ποιητής κατόρθωσε κάτι το σπάνιο: να βιώσει τα κοσμικά γεγονότα χωρίς καμιά δογματική απλοποίηση. Τον κόσμο τον αντικρίζει τραγικά μαζί και με ευσέβεια- βλέπει ζωή και πραγματικότητα, βλέπει Ιστορία.»
Schadewaldt W., Από τον κόσμο και το έπος του Ομήρου, τομ. Β', σελ. 65-67

5. Το «θαυμαστό»

«Με τους θεούς έχει σχέση το "θαυμαστό" και το υπερφυσικό, που άφθονο το συναντάμε στα δύο έπη. Θαυμαστό ονομάζομε ό,τι γίνεται "καθ' υπέρβασιν" της φυσικής τάξεως και των φυσικών και λογικών νόμων, ό,τι λέμε θαύμα. [...] Το θαυμαστό, ανάλογα με το βαθμό του απίθανου και του αλόγου και την προέλευση, μπορούμε να το διακρίνουμε σε εκπληκτικό, όταν παρουσιάζει κάτι αξιοθαύμαστο, που ξαφνιάζει και προκαλεί την έκπληξη, και σε καθεαυτό θαυμαστό, που προξενεί κατάπληξη και δέος, και στο οποίο είναι φανερή η θεία επενέργεια. [...] Το θαυμαστό στον Όμηρο δεν είναι διακοσμητικό ή στοιχείο εξωτερικής τεχνικής, ούτε απλό στοιχείο ψυχαγωγίας, αλλά είναι συνυφασμένο με τα πράγματα και τις αντιλήψεις και το περιεχόμενο του ομηρικού κόσμου.»
 (Καλογεράς Β.Α., Αισθητική..., σελ. 39-46)


Μόνο ο Όμηρος, όπως μαθαίνουμε από τον Αριστοτέλη (Ποιητική 1459α 30), έβαλε στη βάση της ενότητας στη μεγάλη του διήγηση μια πράξη και γύρεψε να μας κάνει να δούμε όλη τη μακροχρόνια σειρά των γεγονότων του πολέμου μέσα από το πρίσμα της πράξης αυτής.»
ΜΟΝΟ

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015

ΕΝΤΟΛΕΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ



Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ Roger Peyrefitte

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΜΟΥ" ΛΈΕΙ Ο Roger Peyrefitte ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΣ ΤΗΣ "ALEXANDER ORDER"
Η "Alexander Order" ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΙΔΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ,ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΗΤΑΝ Salvador Dalí, Jean Cocteau, Peter Moore, Sir Peter Ustinov, and Hermann Oberth.


(Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ) 

ΕΙΝΑΙ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ, ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ



ΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
An encampment at night is a spectacle which is always grand, and often sublime.” 

"Ο ΚΑΤΑΥΛΙΣΜΟΣ ΤΗΝ ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΘΕΑΜΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΣΥΧΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ"



Η ΠΕΡΣΕΠΟΛΙΣ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ




Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ! Pierre Peyrolle.
Noervenich Castle ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΟΝΙΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
ΠΊΣΩ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ 
On the right of the table are to be seen the Knights of the Order: Arno Breker, Salvador Dalí and Ernst Fuchs. On the left side are: Joe F. Bodenstein, the Grandmaster Roger Peyrefitte, and Alexandre de Villiers (Lord Keeper of the Privy Seal).


Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Ομηρική Αλχημεία

"Το σιδηρουργείου του Ηφαίστου", έργο του Ντιέγκο Βελάσκεθ.

Ένας χημικός διαβάζει Όμηρο


[...] Αλήθεια τι το ξεχωριστό θα μπορούσε να βρει στα έπη του Ομήρου ένας χημικός; Και τι θα παρουσίαζε κάποιο γενικότερο ενδιαφέρον; [...]

Πολλές αναφορές συναντά κανείς στα έπη του Ομήρου για τα δύο κυριότερα μέταλλα της εποχής του, το χαλκό και το σίδηρο, τα οποία ο άνθρωπος έχει ήδη μάθει να εξάγει από τα μεταλλεύματα τους, να τα λιώνει, να τα χύνει σε καλούπια, να τα σφυρηλατεί και να τα διαμορφώνει σε αντικείμενα [...]

Αν κρίνουμε από τη συχνότητα αναφορών, το πιο διαδεδομένο μέταλλο στην ομηρική εποχή πρέπει να ήταν ο χαλκός. Τα μεταλλεία του βρισκόταν κυρίως στην Κύπρο, στην οποία το μέταλλο οφείλει το λατινικό του όνομα (cuprum),καθώς και το συσχετισμό του από τους αλχημιστές με την Κύπρη, δηλαδή την Αφροδίτη. Από την Οδύσσεια μαθαίνουμε ότι χαλκός υπήρχε επίσης στην Ετρουρία, όπου σκόπευε να πάει ο ψευτο-Μέντης, για ν' ανταλλάξει με χαλκό το φορτίο σιδήρου του πλοίου του.

Στις πολυάριθμες συναντήσεις με το χαλκό, θα τον βρούμε συχνά ως διακοσμητικό-χρηστικό υλικό, οπότε είναι “θεσπέσιος”. Άλλοτε πάλι αναφέρεταιως πολεμικό-φονικό υλικό με την έννοια του όπλου, και χαρακτηρίζεται με τηπληθώρα επιθέτων, όπως κρύος, άσπλαχνος, κοφτερός, φοβερός κτλ. Ένας πολεμιστής, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, είναι “χάλκεος” ή “παγχάλκεος” ή “χαλκοχίτων”. Πραγματικά, οι “εύχαλκες” περικεφαλαίες, οι ασπίδες, οι ζωστήρες, οι κνημίδες και γενικά οι πανοπλίες ήταν δερμάτινες, με χάλκινη επένδυση. Όταν πρόκειται για θεϊκά όπλα, τα υλικά αναβαθμίζονται: συνήθως είναι χρυσός και άργυρος. Από την ανταλλαγή όπλων μεταξύ Γλαύκου και Διομήδη, όπου τα χρυσά έχουν αποτιμηθεί σε 100 βόδια και τα χάλκινα σε 9, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η αξία του χρυσού ήταν περίπου δεκαπλάσια από του χαλκού, ό,τι ισχύει δηλαδή και σήμερα.

Οι αιχμές των δοράτων, τα τσεκούρια ως όπλα, τα ασημοκάρφωτα σπαθιά και τα μαχαίρια ήταν κυρίως χάλκινα ενώ οι αιχμές των βελών ήταν σιδερένιες. Ακόμη, τα πλοία είχαν την πλώρη τους ντυμένη με φύλλα χαλκού. Στα χάλκινα αντικείμενα καθημερινής χρήσης αναφέρονται λέβητες, πανέρια και τρίφτες τυριού. Τα σύνεργα των χαλκιάδων περιγράφονται σε διάφορες ευκαιρίες να είναι φυσερά, τσιμπίδες, σφυριά και το αμόνι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το χάλκινο σπίτι-εργαστήρι του Ήφαιστου, που θα έπρεπε να ανακηρυχθεί πατέρας ή μάλλον παππούς της ρομποτικής. Εδώ συναντούμε τα πρώτα μηχανικά αυτόματα: εκτός από τα φυσερά, υπάρχουν χρυσές υπηρέτριες-ρομπότ “που μοιάζουν ζωντανές” και τρίποδες λέβητες με ρόδες, προορισμένοι να τρέχουν από μόνοι τους στις συγκεντρώσεις των θεών!

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Κατά Κίρκην

Κίρκη από Wright Barker (1889) .jpg

Wright Barker (1889)
Είδες ποτέ σου στο σκοτάδι να αστράφτουν τα μαχαίρια;


Ο Όμηρος είναι ή για τα μικρά παιδιά ή για τους πολύ γέροντες. Θα τον ακούσεις να παραμυθολογεί και θα σε δέσουν τα λόγια του, όπως σε δένουν μαύρα μάτια ή γαλανά, όταν δεν ξέρειςσχεδόν τίποτα ή όταν τα ξέρεις σχεδόν όλα.
Έλα να ιδούμε, λοιπόν, κάτω απ' αυτή τη διπλή οπτική του μικροσκοπίου και του τηλεσκόπιου τι λέει στην ιστορία της Κίρκης.
Το καράβι του Οδυσσέα με τους συντρόφους πλέει στα νερά,και βιγλίζει μακρυά τους ορίζοντες. Ξαφνικά φαίνεται στο ραντάρ του νησί. Πλησιάζουν γλαυκοπετώντας και λάμνοντας και το νησί μεγαλώνει. Μεγαλώνει, ωσό-που παίρνει το θώρι μιας ωραίας εξωτικής παραλίας.
- Τραβάτε και ιδέστε, τι είναι εκεί, λέει ο Οδυσσέας στους ναύτες. Γιομίστε τα τουλούμια με νερό. Πάρτε και στα φλασκιά κρασί, εάν βρείτε. Φέρτε και παξιμάδια, ανανάδες, καρύδες και ότι άλλο πετύχετε φαγώσιμο για το ταξίδι. Κι ελάτε να τραβήξουμε για τη μακρυνή Ιθάκη. Άειντε, και κάμετε σύντομα.
Οι σύντροφοι βαρκαρίζουνται στο νησί, κι ο βασιλιάς μένει επάνω στο καράβι φύλακας, συντηρητής, οικονόμος, και τεχνικός διαχειριστής.
Οι σύντροφοι προχωρούνε, ακροαστικά και ανιχνεύοντας, φτάνουν μπροστά σ' ένα παλάτι, και βλέπουν μια μάγισσα. Η Κίρκη είναι αυτή. Την πλησιάζουνε άφοβα, κι εκείνη τους ρωτάει το ποιος και το πώς, το πούθε, το γιατί και για που. Ακούει και μαθαίνει.
Ύστερα τους κοιτάει γλαρωτικά, σηκώνει μια ξαφνική βεργούλα, αγγίζει απάλαφρα τους συντρόφους στον ώμο και στον τράχηλο, κι αμέσως οι σύντροφοι γίνουνται χοίροι. Ένα γραμμόφωνο πιο πέρα παίζει κάποιο σημαδιακό ρεμπέτικο:
Τα δυο σον χέρια πήρανε βεργούλες και με δείρανε.
Οι σύντροφοι σκορπίζουνται δυο δυο, τρεις τρεις στην πρασινάδα  και στις βραγιές του κήπου, και αναματιάζουνται σαστισμένοι. Ύστερα, μ' ένα τρελό χοροπηδητό, αρχίζουνε να τρέχουν, να στέκουνται, να πηδάνε, και να γρυλλίζουν. Θέαμα ευτυχισμένο παραδείσου.
Λουτσάνε και στα νερά, κι όπου βρούνε λάσπη πάνε και χώνουν το μουσούδι τους, και κυλιούνται πανεύτυχα. Τα τρελαίνει η λάσπη τα γουρούνια, που λέει κι ο Δημόκριτος.
Ο Οδυσσέας περιμένει στο καράβι τους συντρόφους, αλλά οι σύντροφοι δεν έρχουνται. Μία, δύο, πέντε, δέκα ημέρες. Αδημονεί, συγχύζεται, κακοβάλνει. Κάποτε χάνει την υπομονή του. Ξεκινάει να πάει ο ίδιος στο νησί. Και πηγαίνει και βλέπει. Και βλέπει και θιαμάζεται. Και θια-μάζεται και δεν πιστεύει.
- Σε καλό μου, Ποσειδώνα! φωνάζει. Τι μού 'στειλες πάλι!
Τότε αντικρύζει και τη μάγισσα. Τα μάτια της είναι σκοτεινά της αστραπής. Σε μαρμαρώνουν. Ένα ρίγος νιώθει να κυλάει στη ράχη του, και ξαφνικά καταλαβαίνει. Δια μιάς συλλαβαίνει ολόκληρη την κατάσταση. Εποπτικά και ακαριαία, που λένε ο ψυχολόγοι της ενορατικής μάθησης. Ξιφουλκεί τότε, το μάτι του άγριο, και σκούζει στη μάγισσα.
- Πίσω, άτιμη, και σ' έφαγα. Τη Μπαναγία σου μέσα. Κάνε γρήγορα τους συντρόφους μου ανθρώπους! Γιατί σου παίρνω το κεφάλι με το σπαθί, όπως ο Περσέας τη Γοργόνα. Και δεν έχω και καθρέφτη.
Η Κίρκη πανικοβάλλεται, ξεφωνίζει αχ, ζαρώνει να αφανιστεί.Σηκώνει το μαγικό ραβδάκι, αγγίζει πάλι τους συντρόφους. Ένας-ένας αρχίζει να αναδύεται μέσα από το θαμπό βάθος του κόσμου των ζώων. Αγάλι-γάλι τα γουρούνια παίρνουν ν' αλλάζουν σουσούμια, μεταμορφώ-νουνται, ξαναγίνουνται άνθρωποι.
Ο βασιλιάς διατάζει τους ναύτες να στοιχηθούν τριάδες, πάντα με το σπαθί στο χέρι. Κοιτάει τη μάγισσα και η ματιά του έχει μεγάλη εξάντληση. Ψιθυριστά σχεδόν της λέει:
- Καημένη μου, σπολλάτη σου. Που δε σε κόβω λιανά λιανά με το γεντέκι, να σε ρίξω να σε φάνε τα ψάρια της πισίνας σου. Κι είσαι και γυναίκα. Είπε, και γυρίζει στους συντρόφους, και τους δίνει το
παράγγελμα: - Άντρες! εμπρός μαρς! ένα δύο, εν δυο! Παίρνει τους στρατιώτες του και ξεμακραίνει κατά το καράβι.
Αυτή είναι η ιστορία της Κίρκης. Και κάπως έτσι θα την διδάξουμε στους μαθητές μας οι δάσκαλοι. Στα παιδιά των δεκατριώ χρονών.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Οι Πύλες του Άδη


Odysseus in Hades, William Russell Flint

Ταξίδι στον Άδη
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ στον Άδη ετοιμάστηκε από τους θεούς κρυφά, στα βάθη της Οδύσσειας, ενώ ο Οδυσσέας και οι αναγνώστες αγνοούσαν τι συνέβαινε. Η απόφαση ανήκει στον Δία, η Περσεφόνη συγκατανεύει, αφού στέλνει μέχρι τον λάκκο, ο οποίος είναι γεμάτος αί­μα, τον χορό των αρχαίων ηρωίδων, και η Κίρκη συμβου­λεύει και καθοδηγεί, έστω και από απόσταση.(63) Οι θεοί αποφασίζουν να αποκαλύψουν στον Οδυσσέα το πεπρω­μένο του, να του δείξουν το βασίλειο του θανάτου και μέ­σα απ' αυτόν, να το αποκαλύψουν στον «δεύτερο Όμηρο» και σ' όλους εμάς.
Ενώ αναχωρεί για τον Άδη, ο Οδυσσέας κλαίει και θέ­λει να πεθάνει, γιατί είναι ο πρώτος άνθρωπος που κάνει το ταξίδι στο βασίλειο των νεκρών. Όταν επιστρέφει, η Κίρκη τον στεφανώνει μ' έναν θριαμβικό χαιρετισμό:
Παράτολμοι,εσείς που ζώντες κατεβήκατε στον Αδη·
οι πεθαμένοι δυο φορές, όταν οι άλλοι μια φορά
πεθαίνουν.(64)
Κατά πάσα πιθανότητα η Κίρκη ψεύδεται. Γνωρίζει πολύ καλά ότι πριν από τον Οδυσσέα δύο άλλοι ήρωες εί­χαν κατέβει στον Άδη: ο Πειρίθους και ο Θησέας. Ο Πειρίθους ήθελε να παντρευτεί την Περσεφόνη και ο Θησέας τον συνόδευσε ως εκεί. Και οι δύο έφτασαν στα βάθη του Άδη και έλαβαν μέρος σ' ένα συμπόσιο, ως φιλοξενούμε­νοι, μαζί με τους θεούς του σκότους. Αλλά τους εξαπά­τησαν: ο Άδης τους έβαλε να καθίσουν στον θρόνο της Λησμονιάς (μια λέξη που ο Οδυσσέας θα αγαπούσε), όπου οι δύο ήρωες έμειναν «κολλημένοι, δεμένοι με οφιοειδή δεσμά». Ο Πειρίθους έμεινε φυλακισμένος για πάντα στον Άδη και στη Λησμονιά, ενώ ο Ηρακλής ξύπνησε τον Θησέα από τη λήθη και τον οδήγησε στην Αθήνα.(65)
Ένας ακόμη ήρωας κατέβηκε στον Άδη πριν από τον Οδυσσέα, ο Ηρακλής, αλλά αυτός, στην Οδύσσεια, είναι ταυτοχρόνως χθόνια και θεϊκή μορφή του Ολύμπου. Τον είχαν συνοδεύσει η Αθηνά και ο Ερμής κι έπρεπε να ελευθερώσει τον Θησέα και να δαμάσει τον Κέρβερο. Θύμα της ύβρεώς του, εισέβαλε βίαια στον Άδη με το σπαθί υψωμένο ενάντια στο φάσμα της Γοργούς, παραβιάζοντας τα μυστικά του σκότους. Ξύπνησε τον Θησέα και νίκησε τον Κέρβερο. Και στην Οδύσσεια επίσης, ο Ηρακλής κυ­ριεύεται από ασυγκράτητη βία. Όπως ο Απόλλωνας στην αρχή της Ιλιάδας, είναι «όμοιος με τη νύχτα»: σφίγγει το τόξο με το βέλος στη χορδή, φέρει στο στήθος του χρυσή ταινία στολισμένη με σκηνές θηρίων και φόνων, και τριγυρίζεται από ένα μονότονο σκούξιμο τρομαγμένων ί­σκιων.(66)
Το ταξίδι του Οδυσσέα είναι σύντομο. Σε λίγες ώρες, το καράβι αφήνει τις ακρότατες ανατολικές θάλασσες, μπαίνει στον Ωκεανό, περιπλέει το βόρειο τμήμα της σφαίρας και το βράδυ φτάνει στον Άδη.(67) Σχεδόν ολόκληρο το ταξίδι γίνεται κάτω από το προστατευτικό σημείο του Ω­κεανού: ο μέγας ποταμός, όμοιος με φίδι ουροβόρο (ouro-boros), που τυλίγει τη γη με την ασταμάτητη ροή του και την ποτίζει με τα νερά του. Έχει την αρετή της ζωής και της αιώνιας γονιμότητας. Κάθε βράδυ ο ήλιος πέφτει εκεί και κάθε αυγή ξαναβγαίνει, εκεί υψώνονται τα Ηλύσια Πεδία, η χώρα των Εσπερίδων και οι χώρες των Αιθιό­πων, όπου ο Ωκεανός στέλνει τους ανέμους και τις γονιμοποιητικές πνοές και κάνει να φυτρώσει μια πλούσια χλωρίδα. Μέσα από υπόγειες διαδρομές, τα νερά του τροφοδοτούν τις πηγές και τα ποτάμια, ταΐζουν τη γη, μας εξαγνίζουν και μας βαφτίζουν στην αρχέγονη ουσία. Και η αμβροσία ακόμη, η τροφή των θεών, προέρχεται από τον Ωκεανό και τα περιστέρια τη μεταφέρουν με το ράμ­φος τους στον Δία, προσφέροντας στους θεούς την αθα­νασία.(68)
Ο Οδυσσέας διατρέχει τον Ωκεανό και ενδεχομένως διακρίνει από μακριά τα Ηλύσια Πεδία, την εικόνα της ευτυχισμένης ύπαρξης, απ' την οποία εκείνος βρίσκεται τόσο μακριά. Διασχίζοντας τα νερά της αιώνιας γονιμότητας, φτάνει στο αντίθετό τους, στον Άδη, τον τόπο της στειρότητας και του απόλυτου θανάτου. Κατά τη δύση, το καράβι προσεγγίζει τη χώρα των Κιμμερίων, τυλιγμένη στην ομίχλη και στα αδιαπέραστα σύννεφα, όπου ο ήλιος δεν διεισδύει ποτέ. Ο Οδυσσέας άγγιξε το βασίλειο του «ολέθριου σκότους»(69) και μένει εκεί για μια νύχτα. Όταν πλησιάζει στον Άδη, καμιά φωτιά, κανένα φως δεν τον φωτίζει: βασιλεύει η έντονη μυρωδιά των φασμάτων και δεν αντιλαμβάνεται, δεν βλέπει τίποτε - ούτε τον Τει­ρεσία ούτε τη μάνα του, ούτε τον Αχιλλέα, τον Μίνωα ή τον Ωρίωνα, που βρίσκονται πιο πέρα. Μονό η αγάπη του Ομήρου για την αναληθοφάνεια του επιτρέπει να δει τα φάσματα και να μας μιλήσει γι' αυτά.
Κατ' αρχάς ο Οδυσσέας φτάνει κοντά στα δάση της Περσεφόνης και αντικρίζει τις λεύκες, ένα δέντρο χθό­νιο, και τις ιτιές, ένα φυτό στείρο, του οποίου οι καρποί δεν ωριμάζουν: στείρο, σαν το βασίλειο των νεκρών, ένα φυτό το οποίο, κατά την κλασική ιατρική, φέρνει το τέ­λος της ερωτικής επιθυμίας και τη διακοπή της κύησης.(70) Κοντά στα δάση της Περσεφόνης εκβάλλουν τα ποτάμια του Άδη: ο Αχέροντας, ο Πυριφλεγέθων, ο Κωκυτός, η Στύγα: το «ποτάμι του πόνου», το «ποτάμι που λάμπει σαν τη φωτιά», «το ποτάμι του παράπονου», «το ποτάμι του μίσους και της ανατριχίλας», που όλα χύνονται με πά­ταγο το ένα μέσα στ' άλλο. Κατά τη νυχτερινή επίσκεψη του Οδυσσέα πρέπει στο βάθος να φανταστούμε, αν και το κείμενο δεν κάνει κανέναν υπαινιγμό, τον εκκωφαντικό θόρυβο των νερών.
***
Στους μυημένους δείχνουν ένα στάχυ υψωμένο. Αυτή η ελευσίνια τελετουργία είναι ένα από τα σύμβολα του ελ­ληνικού και του χριστιανικού πολιτισμού, καθώς γύρω από τούτη την κίνηση συγκεντρώνονται οι φράσεις όλων των εποχών: «Από τους νεκρούς προέρχεται η θρέψη, η ανά­πτυξη και ο σπόρος»· «ο θάνατος για τους θνητούς δεν είναι κακό, αλλά αγαθό»· «εκείνο που σπέρνεις δεν ζωο-ποιείται, αν πριν δεν πεθάνει»· «αληθινά, αληθινά, σας λέω: εάν ο σπόρος του σταριού που πέφτει στη γη δεν πεθάνει, απομένει μόνος· αν αντιθέτως πεθάνει φέρει πο-
λύν καρπό».71 Όλα, στον λόγο κάθε εποχής και κάθε πο­λιτισμού, δοξάζουν τον κύκλο θάνατος-ανάσταση, κάτω από τον αστερισμό του οποίου γεννιέται η Δύση. Πρέπει να σαπίσουμε, σαν τους νεκρούς σπόρους, γιατί μόνο αν πεθάνουμε, από τη γη και από μας τους ίδιους θα ανα­πτυχθεί ο νέος σπόρος ο οποίος μας εξασφαλίζει τα σπέρ­ματα που έχουμε ανάγκη. Δίχως αυτή την παραδοχή και τη μεταμόρφωση του θανάτου, η Δύση δεν θα είχε μάθει την τέχνη της οδυνηρής και χαρούμενης μεταμόρφωσης. Η Ελευσίνα και οι ποιητές μας διαβεβαιώνουν ότι εκεί κάτω, μέσα στη νύχτα, υπάρχει μια νέα αρχή, μια ευτυ­χισμένη ζωή, μια ελπίδα κι ένα φως, ένα «μέγα φως», «ένα θαυμαστό φως», που φωτίζει τη νύχτα.
Αγνοούμε αν ο Όμηρος γνωρίζει αυτές τις εικόνες, ή ένα μέρος τους. Στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια δεν βρί­σκουμε ίχνη τους, αν και ο Όμηρος γνωρίζει πολλά πράγ­ματα στα οποία δεν αναφέρεται ούτε καν για να τα αρνη­θεί, ή αρνείται εντελώς την αναπαράστασή τους. Ο ποιη­τής έχει δύο αντιθετικές εικόνες για το πέραν του τάφου. Η πρώτη μας αποκαλύπτεται συνοπτικά από τον Πρω-τέα: μακριά, στα Ηλύσια Πεδία, εκτυλίσσεται η ίδια ζωή την οποία ο Ησίοδος τοποθετεί στις Νήσους των Μακά-ρων: κάποιοι ήρωες ζουν μια ευτυχισμένη και αθάνατη ζωή, σ' ένα νησί δίχως χειμώνα, βροχές και χιόνια, που γονιμοποιείται από τα νερά και τις ηχερές πνοές του Ωκε­ανού.72 Εκτός απ' την Ελένη, τον Μενέλαο και τον Ραδά-μανθυ, δεν ξέρουμε ποιος άλλος κατοικεί εκεί. Η δεύτε­ρη εικόνα είναι εκείνη που δίνεται στην ενδέκατη ραψω­δία της Οδύσσειας. Δεν υπάρχει ζωή, ούτε νέα αρχή, ούτε ευτυχία, ούτε φως, όπως μαθαίνουμε και από τις παραδό­σεις που βρίσκουν την υψηλότερη έκφραση τους στον Πίν-δαρο και τον Σοφοκλή. Ο Άδης, στον οποίο ο Οδυσσέας θα εισέλθει σε λίγο, είναι ο πλέον τρομακτικός τόπος που μπόρεσε ποτέ να παραστήσει η Δύση. Μόνο στειρότητα, ίσκιοι, σκότος, απολίθωση· ούτε καν ένα ελάχιστο ίχνος μνήμης ή ελπίδας, ούτε καν ένα ελάχιστο σημάδι ότι βρι­σκόμαστε στη διαδικασία του θανάτου και της ανάστα­σης. Το να φανταστεί κανείς ένα τοπίο φτιαγμένο μόνο από θάνατο είναι αδύνατο, γιατί η ανθρώπινη φαντασία είναι υποχρεωμένη να βάλει έστω και μια πινελιά φωτός. Ο Όμηρος όμως το κατορθώνει με μια τρομακτική συνέ­πεια.

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Στα Μονοπάτια του Ομήρου

Η  Σκέψη του Ομήρου σε Υπερομηρικές Ιστορίες
Και εμείς στις κλασικές σπουδές περιμένουμε τώρα ένα σεισμό, μια πλημμύρα, έναν ιό ,ένα Κορτέζ, τους Λαούς της Θάλασσας ή ακόμη ένα δυσαρεστημένο είλωτα για να αποδείξει πως ο βασιλιάς είναι γυμνός. Οι φοιτητές που πληρώνουν δίδακτρα, οι νομοθέτες, οι άτεγκτοι πρυτάνεις, ακόμη και μερικοί από τους ίδιους τους κλασικιστές, έχουν φορέσει εκείνο τον μανδύα. Όταν τέτοιου είδους πολύπλοκες γραφειοκρατίες κλονίζονται και καταρρέουν, δεν αφήνουν πίσω τους αναδίπλωση και απομάκρυνση από τον πολιτισμό αλλά κανένα απολύτως πολιτισμό: Μια φατρία των Σκοτεινών Αιώνων που πρώτα στρατοπεδεύει πάνω στα ερείπια του ανακτόρου χαράζοντας σημάδια και εικόνες  πάνω στην γραμμική  Β και την σφηνοειδή γραφή , αλλά που τελικά σέρνεται έξω από την άβυσσο για να επαναεφεύρει τον πολιτισμό.
Ελπίζουμε  λοιπόν πως, όταν οι Κλασικές Σπουδές καταρρεύσουν παρασέρνοντας κι εμάς μαζί τους, οι Σκοτεινοί Αιώνες των Ελληνικών, έστω μετά από δεκαετίες παλιδρομήσεων, θα δώσουν τη θέση τους στην εποχή των παιδιών μας σε ένα νέο Όμηρο. Από εκείνο το χάος θα αναδυθεί ένας νέος Έλληνας, ένας ΌΜΗΡΟΣ που δεν θα αποτελεί μέρος του μυκηναϊκού ανακτόρου, αλλά θα είναι προσιτός στον καθένα και ιδιοκτησία όλως, πιο κοντά στο πνεύμα της αληθινής Ελληνικής Πόλεως.Θα βλαστήσουν  νέα φύλλα σε μια διαφορετική Άνοιξη γιατί οι ρίζες των Ελλήνων είναι βαθιές και δεν μπορούν να μολυνθούν  τόσο εύκολα. Όπως λέει και ο ίδιος ο Όμηρος για αυτό τον κύκλο:
Όπως είναι των φύλλων η γενιά, έτσι και των ανθρώπων. Τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος στη γη και άλλα βγάζει  το ολόχλωρο δάσος σαν έρθει η εποχή της Άνοιξης. Έτσι και των ανθρώπων η γενιά η μια φυτρώνει και η άλλη τελειώνει Ζ 146-150
Ο επίλογος από το βιβλίο των DAVIS HANSON AND JOHN HEATH
Αν οι νέοι αποστρέφουν το πρόσωπο  από τους αρχαίους ας όψονται αυτοί που είτε τους έκαναν να νομίζουν ότι πρέπει να χτίσουν το μέλλον τους με υλικά ενός καταδαφιστέου παρελθόντος είτε τους βύθισαν στην αφόρητη πλήξη του ακαδημαϊκού σχολαστικισμού. Τώρα ας σιωπήσουμε εμείς για να μιλήσουν οι Αρχαίοι. Ας αρνηθούμε για μια ακόμη φορά τον πειρασμό να αποδειχθούμε ανώτεροι τους, με βαρύγδουπους σχολιασμούς προσωπικές απόψεις ιδιοτέλεια ατομικής διάκρισης ελιτιστικό περιτύλιγμα κίνητρο κέρδους. Ας δούμε τους αρχαίους με τα μάτια της ψυχής μας και όχι με το μικροσκόπιο ενός εντομολόγου ή με τον φακό ενός αργυραμοιβού.Επιλογικό σημείωμα του εκδότη
 Ποιος σκότωσε τον Όμηρο
Ποιος πλήγωσε το Ελάφι της Αρτέμιδος;
Ο Αγαμέμνων σε εμμονή υπερβολή
Ποιος έκλεψε την Ελένη την Γνώση τους Θησαυρούς όλα  τα χρήματα λεφτά;
Οι Τρώες τα τρωκτικά
Ποιος  τρώει και πίνει σε βάρος ενός λαού καταχρηστικά;
Οι μνηστήρες αντινοϊκά ευρυμαχικά και αμφινομικά
Ο ΟΜΗΡΟΣ ΔΕΝ ΣΚΟΤΩΝΕΤΑΙ
διότι  κατοικεί σε δώματα Αθανάτων Υψηλά


Υπερομηρικές ιστορίες 

  

 Από τις  Λεωφόρους  Λαοφόρους  της   Σκέψεως  του Ομήρου