Σάββατο 13 Απριλίου 2024

Ιστιαία, πολυστάφυλος η χώρα των ιστίων

 


Β΄ Ιλιάδας, στίχοι 536-545,

 Οἳ δ᾽ Εὔβοιαν ἔχον μένεα πνείοντες Ἄβαντες

Χαλκίδα τ᾽ Εἰρέτριάν τε πολυστάφυλόν θ᾽ Ἱστίαιαν

Κήρινθόν τ᾽ ἔφαλον Δίου τ᾽ αἰπὺ πτολίεθρον,

οἵ τε Κάρυστον ἔχον ἠδ᾽ οἳ Στύρα ναιετάασκον,

τῶν αὖθ᾽ ἡγεμόνευ᾽ Ἐλεφήνωρ ὄζος Ἄρηος

Χαλκωδοντιάδης μεγαθύμων ἀρχὸς Ἀβάντων.

Τῷ δ᾽ ἅμ᾽ Ἄβαντες ἕποντο θοοὶ ὄπιθεν κομόωντες

αἰχμηταὶ μεμαῶτες ὀρεκτῇσιν μελίῃσι

θώρηκας ῥήξειν δηΐων ἀμφὶ στήθεσσι·

τῷ δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.

«Τους φοβερούς Άβαντες που κατέχουν την Εύβοια με τις πόλεις της, Χαλκίδα, Ερέτρια και Ιστιαία πλούσια σε αμπέλια, την Κέρινθο στη θάλασσα και την οχυρωμένη Κώμη του Δίου. Μαζί τους ήρθαν επίσης οι άνδρες από την Κάρυστο και τη Στύα. Ο Ελεφήνορας από τη γενιά του Άρη ήταν ο αρχηγός τους. Ήταν ο γιος του Χαλκώδωνα, που βασίλευε πάνω σε όλους τους Άβαντες. Μαζί του ήρθαν ναυτικό και πεζικό με μακριά μαλλιά, γενναίοι πολεμιστές που θα κάρφωναν ευχαρίστως οποιουσδήποτε εχθρούς με τα μακριά και αστραφτερά τους δόρατα. Από αυτούς ήρθαν 40  μαύρα πλοία.

Προέλευση ονόματος

Σύμφωνα με τη μυθολογία η Ιστιαία οφείλει το όνομά της στη νύμφη Ιστιαία, την κόρη του Υριέα (γιου του Ποσειδώνα και της Αλκυόνης) και αδελφή του Ωρεού. Επίσης, το όνομα πιθανολογείται ότι προέρχεται από τις λέξεις ιστίον ή ιστός λόγω της μεγάλης παραγωγής καταρτιών για την κατασκευή πλοίων από τα δέντρα του όρους Τελεθρίου

Η ιστορία της Ιστιαίας αρχίζει πολύ πριν από την εποχή του Ομήρου. Ευρήματα του 2000 π.Χ., στην περιοχή μεταξύ Ιστιαίας και Ωρεών, μαρτυρούν την ύπαρξη μεσοελλαδικών οικισμών.

Στον Τρωικό πόλεμο, κατά τον Όμηρο, η Ιστιαία ανήκε στη χώρα του Χαλκοδωντιάδη Ελεφήνορα, του Βασιλέως των Αβάντων και έλαβε μέρος μαζί με τις σπουδαιότερες ευβοϊκές πόλεις, όπως ήταν η Χαλκίδα, η Ερέτρια, η Κήρινθος κ.α.

Η αρχαία πόλη της Ιστιαίας που αναφέρεται από τον Όμηρο ως «πολυστάφυλος» («πολυστάφυλόν θ᾽ Ἱστίαιαν», Ιλιάδα ραψ. Β', στ. 537) από τους πολλούς αμπελώνες της, δεν βρισκόταν στο σημείο που είναι χτισμένη η σύγχρονη, αλλά δύο περίπου χιλιόμετρα δυτικά, προς το μέρος των Ωρεών και του Ταξιάρχη, στις πλαγιές του όρους Τηλέθριου, παρά τον ποταμό Κάλλαντα (Ξεριά), στη θέση καλούμενη Δρυμός επί βραχώδους λόφου

Οι Άβαντες ήταν αρχαίο πρωτοελληνικό φύλο, σύμφωνα και με νεότερους ερευνητές όπως ο Γερμανός Βάλκαϊνερ, ο Γάλλος Ντεζαρτέν κ.ά., που μελετούν την προϊστορική εθνολογική ενότητα πολλών και διαφόρων φύλων του τότε ελληνικού κόσμου.

Το φυλετικό αυτό όνομα «Άβαντες» έφεραν οι αρχαιότατοι κάτοικοι της Εύβοιας, καταγόμενοι από τη Φωκίδα της Στερεάς Ελλάδας απ΄ όπου ήλθαν με τον βασιλιά τους Άβαντα, εξού και η ονομασία τους, που αφού διασκορπίστηκαν στη Πελοπόννησο και στη συνέχεια στη Φωκίδα, ίδρυσαν εκεί την πόλη Άβαι και στη συνέχεια μετοίκησαν στην Εύβοια όπου και εγκαταστάθηκαν οριστικά. Από τότε η Εύβοια ήταν γνωστή ως «Αβαντιάς» ή «Αβαντίς», («Αβαντίδα»). Σύμφωνα με τους μύθους, πρόγονη των Αβάντων ήταν η νύμφη Άβα, η οποία αφού ενώθηκε με τον Ποσειδώνα, γέννησε τον Εργίσκο, ήρωα της Θράκης, ιδρυτή της πόλης Εργίσκης, της σημερινής Τσατάλζας.

Ήταν γνωστοί στον αρχαίο κόσμο επειδή ξύριζαν το μπροστινό μέρος του κεφαλιού και άφηναν αλογοουρά στο πίσω μέρος, προκειμένου να μην μπορούν να τους πιάσουν από τα μαλλιά οι αντίπαλοί τους, ενώ η πολεμική τους ικανότητα ήταν ευρύτατα αναγνωρισμένη.

Ο Νόννος (5ος μ.Χ.αι.) παρουσιάζει τους Άβαντες ως ιερατικό γένος, προπάτορες των Κουρήτων,που μετείχαν στις διονυσιακές εκστρατείες. Περίπου την 2η χιλιετία π.Χ. επεκτάθηκαν στην Αττική, την Ιωνία και σε μερικά νησιά του Αιγαίου. Τα ίχνη τους χάνονται την περίοδο μετά τον τρωικό πόλεμο, μερικοί επιστήμονες όμως υποστηρίζουν ότι μετοίκησαν εκείνη την εποχή στη Θεσπρωτία και πήγαν στους Θεσπρωτούς. 

Ο Παυσανίας αναφέρει στο Ελλάδος περιήγησις ότι οι Άβαντες συμμετείχαν στην αποίκηση του Θρονίου στην Θεσπρωτία......."δεμένοι στα κατάρτια του πλοίου τους"

ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ