Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Ιστορίες νομισμάτων


Η λέξη δραχμή προέρχεται από το ρήμα δράττω, που σημαίνει αρπάζω (> δράττομαι = πιάνω σφικτά). Στην αρχαιότητα, μία δραχμή ήταν ίση προς έξι οβολούς, νόμισμα το οποίο στην παλαιότερη μορφή του είχε σχήμα σιδερένιας ράβδου. Το πάχος του ήταν τόσο, ώστε η χούφτα ενός ανδρικού χεριού να μπορεί να πιάσει έξι από αυτούς. Έτσι εκ του δράττω (όσους οβολούς μπορούσε να αδράξει η παλάμη) προκύπτει η λέξη δραχμή.


Της Ελένης Παπαευθυμίου*
Το νόμισμα επινοήθηκε στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. στις νοτιοανατολικές ακτές της Μικράς Ασίας και χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό κόσμο, ο οποίος και διέδωσε τη χρήση του ως νέα κινητήρια δύναμη της οικονομίας. Με την εμφάνιση του νομίσματος πήραν νέα ώθηση οι βασικοί τομείς της κάθε οικονομίας, δηλαδή η αγροτική και βιοτεχνική παραγωγή καθώς και το εμπόριο. Η επινόησή του ήταν το αποτέλεσμα μιας αργής εξέλιξης του αντιπραγματισμού.

Η προκερματική περίοδος
            Ο άνθρωπος από την εμφάνισή του είχε ως πρώτο μέλημα την εξεύρεση των απαραίτητων αγαθών για την επιβίωσή του. Οι πρώτες κοινωνίες στηρίζονταν στην αυτονομία της παραγωγής και της κατανάλωσης των προϊόντων. Με την εξέλιξη της κοινωνίας ο άνθρωπος κατάλαβε ότι ο καταμερισμός της εργασίας του απέφερε μεγαλύτερη αποδοτικότητα με αποτέλεσμα περίσσευμα αγαθών, τα οποία μπορούσε να ανταλλάξει με άλλα που του έλειπαν. Έτσι γεννηθηκε το εμπόριο, όπου οι πρώτες συναλλαγές πραγματοποιούνταν με ανταλλαγή προϊόντων. Αυτή η διαδικασία ονομάστηκε από τους σύγχρονους μελετητές αντιπραγματισμός. Η αξία των προϊόντων καθοριζόταν από την σπανιότητά τους και τη χρησιμότητά τους, όπως ήδη αναφέρει ο Ξενοφών, 430-354 π.Χ. (Πόροι 4, Οικονομικός Ι, 10). Πολλοί λαοί χρησιμοποίησαν ως μέτρο αξίας τα βόδια. Η συνήθεια της απαρίθμησης των βοσκημάτων σε κεφαλές παρήγαγε τη λέξη κεφάλαιο και ο πλούσιος άνθρωπος ονομάζεται από τον Όμηρο «πολυβούτης» (Ιλιάς Ι, 154, 296). Ο αντιπραγματισμός όμως είχε μειονεκτήματα διότι πολλά προϊόντα αλλοιώνονται με το χρόνο, η παραγωγή των αγαθών, η οποία έχει διακυμάνσεις λόγω των καιρικών συνθηκών, δε συμπίπτει πάντα χρονικά με τις ανάγκες ανταλλαγής των προϊόντων. Ακόμα, οι έμποροι πρέπει να είναι κάτοχοι χρήσιμων αγαθών για την ανταλλαγή, ενώ το εμπόρευμα τους πρέπει να είναι ισάξιο με το ανταλλάξιμο προϊόν και κυρίως πρέπει όλοι οι συναλασσόμενοι να αποδέχονται ένα κοινό μέτρο προσδιορισμού της αξίας των αναταλασσόμενων προϊόντων.

            Ήδη από το τέλος της 3ης χιλιετίας π. Χ. οι κάτοικοι της Μεσοποταμίας, και στη συνέχεια και άλλοι λαοί της Ανατολικής Μεσογείου, χρησιμοποίησαν ζυγισμένα μέταλλα ως μέσο ανταλλαγής και πληρωμής αντί για ζώα, δέρματα ζώων, κοχύλια ή ζυγισμένα σιτηρά που αντάλασσαν πριν. Τα μέταλλα υπερίσχυσαν και υιοθετήθηκαν για τις συναλλαγές: αναλλοίωτα, με τη δυνατότητα να μπορούν να υποδιαιρεθούν χωρίς να μεταβάλλεται η δομή τους, μπορούσαν εύκολα να μεταφερθούν λόγω μικρού όγκου και να αποθησαυρισθούν χωρίς καμία δαπάνη συντήρησης και διατήρησης. Το μέταλλο χυτευόταν σε ράβδους ή πλίνθους, ενώ συχνά του έδιναν και τη μορφή σύρματος. Επειδή όμως η ακριβής ονομαστική αξία του μετάλλου δεν ήταν επίσημα εγγυημένη από κάποιον, η αξία του υπολογιζόταν με ζύγισμα σε κάθε πληρωμή. Έτσι εξαπλώθηκε η χρήση του ζυγού στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία χάριν στη συνεχή ανάγκη ζυγίσεων.
            Αυτά τα ζυγισμένα μεταλλικά τεμάχια, ήταν οι πρόδρομοι του νομίσματος. Οι συναλλαγές πραγματοποιούντο χάριν σε αυτό το εύχρηστο μέσον συναλλαγής. Κάθε προϊόν είχε μια εγγενή αξία που αντιστοιχούσε σε ένα συγκεκριμένο βάρος μετάλλου. Ο Όμηρος μας αναφέρει ότι τα χάλκινα όπλα του Διομήδη άξιζαν εννέα βόδια και τα χρυσά του Γλαύκου εκατό (Ιλιάς Ζ, 236). Στη Μεσοποταμία πληρωμές με μέταλλο πιστοποιούνται από τα ανασκαφικά δεδομένα, έχουν βρεθεί «θησαυροί» μεταλλικών σκευών ή κομμάτια ράβδων μετάλλων, και από πληθώρα επιγραφών. Ο «Κώδικας» του βαβυλώνιου βασιλιά Χαμουραμπί, 1792-1750 π.Χ., δηλαδή οι νόμοι που γράφηκαν σε σφηνοειδή γραφή, ορίζει μεταξύ άλλων επιτόκιο σε δάνειο αργύρου 20%, σημειώνοντας ότι εάν ο οφειλέτης δεν θα έχει αρκετό άργυρο θα μπορεί να εξοφλήσει το χρέος του με σιτηρά. Μία επιγραφή της Ουρ, του 2040 π. Χ. μας πληροφορεί ότι κάθε βόδι στοίχιζε 7 σέκελ. Το σέκελ, που ισοδυναμούσε εμ το 1/6 της μνας, ήταν η μονάδα βάρους του μετάλλου, ανεξαρτήτως του σχήματος του στη Μεσοποταμία, Αίγυπτο, καθώς και στους Χαλδαίους, Φοίνικες, και Εβραίους. Η ίδια λέξη χρησιμοποιήθηκε αργότερα για τα νομισματικά βάρη. Τοιουτοτρόπως, τα νομίσματα που έκοβε η πόλη της Σιδώνος στη Φοινίκη, μέχρι την κατάκτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν σέκελ. Μετέτρεπαν λοιπόν την αξία ενός προϊόντος σε βάρος μετάλλου. Προφανώς η αξία εκυμαίνετο από τη μία περιοχή στην άλλη και από χρόνο σε χρόνο, ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση των προϊόντων.
            Τα μέταλλα όμως, όπως κάθε φυσικός πλούτος, δεν υπάρχουν παντού. Η χρησιμοποίηση διαφορετικών μετάλλων αντανακλά τα κοιτάσσματα των διαφόρων περιοχών. Στη Μεσοποταμία και την Ανατολή χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ο χρυσός και ο άργυρος σαν μέσο συναλλαγής, ενώ στην Κύπρο, Ιταλία και Σικελία ο χαλκός. Στον αρχαίο κόσμο τα ορυχεία χρυσού, αργύρου και χαλκού τα εκμεταλλεύονταν σε διάφορες εποχές περιοχές όπως η Αίγυπτος, Μεσσποταμία, Κύπρος, Χαλκίδα στην Εύβοια, Λαύριο στην Αττική, Χαλκιδική Μακεδονίας, Θράκη, ορισμένες νήσοι του Αιγαίου, η Θεσσαλία, Ετρουρία, Καμπανία και Ισπανία. Οι περιοχές που στερούνταν μετάλλων έπρεπε να τα εισάγουν ή να τα αποκτήσουν από λεηλασίες ή να τα εισπράξουν από φόρους υποτέλειας. Κατά τη 2ηχιλιετία και κυρίως κατά την 1η, άρχισαν να δίνουν στα ζυγισμένα μέταλλα διάφορα σχήματα εύκολα στη μεταφορά: ράβδων, δακτυλίων, διακοσμητικών αντικειμένων, εργαλείων, όπλων. Ορισμένοι λαοί, όπως οι Έλληνες χύτευαν τα μέταλλα σε συγκεκριμένο βάρος δίνοντας τους σχήμα μη χρηστικό, όπως τα χάλκινα τάλαντα της Μυκηναϊκής περιόδου (15ος έως 12ος αι. π. Χ.) που είχαν το σχήμα δοράς βοδιού, πράγμα που θύμιζε τα κοπάδια, έκφραση πλούτου. Απόδειξη των εμπορικών συναλλαγών της περιόδου με άλλους λαούς είναι τα τάλαντα και οι υποδιαιρέσεις τους που ανακαλύφθηκαν εκτός Μυκηνών σε διάφορα σημεία της Μεσογείου, στα ανοικτά των ακτών της Κύπρου, στις Νότιες ακτές της Μικράς Ασίας, στην Κρήτη, την Κύμη κλπ. Από τον 12ο έως τον 7ο αι. π. Χ., τρίποδες, λέβητες και πελέκεις χρησιμοποιήθηκαν επίσης καθώς και σιδερένιες ή χάλκινοι ράβδοι (σούβλες), κυρίως στην Πελοπόννησο, οι οβελοί, εξ ου και η λέξη οβολός, που είναι υποδιαίρεση της δραχμής, μιας και στο χέρι μπορεί κανείς να αδράξει, κρατήσει, έξι οβελούς, απ’ όπου επίσης και η λέξη δραχμή. Γι’ αυτήν την ετυμολογία της δραχμής μας πληροφορεί ο Πλούταρχος (Βίος Λυσσάνδρου 17). Ο Όμηρος πάντα στην Ιλιάδα (Ψ, 851) μας πληροφορεί ότι ο Αχιλλέας οργάνωσε προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου αγώνες όπου προσέφερε δύο έπαθλα, δέκα δίστομους πελέκεις και δέκα ημιπελέκεια (μονόστομους πελέκεις). Αυτά τα αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν σε διάφορα σημεία του ελληνικού κόσμου σε ιερά και προέρχονται δίχως άλλο από δωρεές, είναι οι πρόδρομοι του νομίσματος και για το λόγο αυτό αποκαλούνται χρηστικά αντικείμενα-νομίσματα. Απόροια της ανάμνησης των προκερματικών αξιών, που είχαν ένα συγκεκριμένο σχήμα, έδωσε αναμφίβολα τα χυτά νομίσματα που κυκλοφόρησαν στις αποικίες της Μαύρης Θάλασσας. Στην Απολλωνία και Ίστρια κόπηκαν νομίσματα-βέλη ήδη από τα μέσα του 6ου αι. π. Χ. και μέχρι τα τέλη του 5ου αι. π. Χ. Η ανακάλυψη τους σε διάφορες αποικίες της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Ολβία, Μεσημβρία, Οδησσός και Τόμις συνηγορεί στο ότι η κυκλοφορία και η αποδοχή τους ήταν εκτεταμένες. Στην Ολβία κυκλοφορούσαν μέχρι τον 4ο αι. π. Χ. χυτά νομίσματα σε σχήμα δελφινιού. Θεωρείται βέβαιο ότι αυτά τα δελφίνια χρησιμοποιούνταν ως νομίσματα διότι ανακαλύφθηκαν σε θησαυρούς καθώς και σε τάφους όπου ο νεκρός κρατούσε ένα δελφίνι στο χέρι ή το είχε στο στόμα εν είδει οβολού για τον Χάροντα, όπως ήταν συνήθεια σε ορισμένες ελληνικές περιοχές.
            Είναι σαφές ότι πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού ήταν κάτοχοι μετάλλου, ήταν σε θέση να το διαχειριστεί και είχε πρόσβαση σε αγοραπωλησίες τέτοιου είδους διότι σε αυτές τις κοινωνίες κυριαρχούσε η αναδιανομή και όχι η ιδιωτική πρωτοβουλία. Στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία η διάθεση των προϊόντνω δε γινόταν μέσω της «αγοράς» δηλαδή του εμπορίου. Τα αγαθά, αγροτικά και κτηνοτροφικά, συλλέγονταν από τις κρατικές αρχές – το φαραώ, το βασιλέα, το ανάκτορο, το ιερό ή τους ναούς – αναδιανέμονταν στο λαό και το πλεόνασμα το εμπορευόταν η κάθε εξουσία. Στη Μεσοποταμία τα αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν ότι φυλάσσονταν στους ναούς τα αρχεία πληρωμών και δανείων καθώς και τα σταθμά. Η οικονομία δηλαδή αυτών των κοινωνιών χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία μιας κεντρικής εξουσίας, η οποία αναδιανέμει τα προϊόντα ανάλογα με το επάγγελμα και την κοινωνική θέση οτυ κάθε ατόμου.

Τα πρώτα νομίσματα
Οι αρχαίες πηγές δεν αναφέρονται σχετικά με τη χρονολογία επινόησης του νομίσματος, ούτε σχετικά με το άτομο ή το λαό που τα επινόησε. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Λυδοί, λαός κατ’ εξοχήν εμπορικός (κάπηλοι), επινόησαν το νόμισμα.Το βασίλειο ήταν οικονομικά προηγμένο, με ισχυρή κεντρική εξουσία, που είχε αναπτύξει το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Όντως στη Λυδία βρίσκεται η πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε για τα νομίσματα, το ήλεκτρο, ένα φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου, που μετέφερε στα νερά του ο ποταμός Πακτωλός, που πηγάζει από το όρος Τμώλο. Η ιστορία του χρυσόμαλλου Δέρατος διαδραματίζεται σε αυτήν την περιοχή και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο συνέλεγαν το πολύτιμο μέταλλο βυθίζοντας δέρματα ζώων μέσα στον ποταμό. Η αξιοπιστία του κειμένου του Ηρόδοτου αμφισβητείται από τους σημερινούς ερευνητές διότι τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα των πηγών. Δεν είναι σίγουρο αν οι Λυδοί ή οι Ίωνες, οι Έλληνες έμποροι της Ιωνίας, ήταν αυτοί που έβαλαν το νόμισμα σε κυκλοφορία και διέδωσαν τη χρήση του γύρω στα 600 με 580 π. Χ. Ένας από τους πρώτους αποθησαυρισμούς που γνωρίζουμε, χρονολογείται γύρω στο 560 π. Χ.. Ο «θησαυρός» ανακαλύφθηκε στα θεμέλια του πρώτου ναού της Άρτεμης στην Έφεσο, περιλαμβάνει 24 νομίσματα από ήλεκτρο που αποδίδονται στη Λυδία και στις πόλεις της Μικράς Ασίας. Κατά συνέπεια μπορούμε να προβληματιζόμαστε ακατάπαυστα χωρίς να δώσουμε μια τελική απάντηση στο ερώτημα.
            Το γεγονός είναι ότι το νόμισμα μετά την επινόηση του, διαδόθηκε, έγινε αποδεκτό και κυκλοφόρησε από τις πόλεις, τις φυλές, τις Αμφικτυονίες, τα Κοινά και τα ελληνικά βασίλεια.  Ήδη από οτν 8ο αι. π.Χ. παρατηρείται στον ελλαδικό χώρο μια ριζική αλαγή της κοινωνικής διάρθρωσης με την πρώτη εμφάνιση των πόλεων-κρατών, οι οποίες διέπονται από νόμους και κάθε πολίτης έχει διακαιώματα και υποχρεώσεις. Επίκεντρο της οικονομίας είναι πάντα η κτηματική ιδιοκτησία που συμπεριλαμβάνει αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή αλλά συγχρόνως παρατηρείται και μια ραγδαία ανάπτυξη της βιοτεχνίας και κατά συνέπεια και του εμπορίου, όπως για παράδειγμα η κεραμική παραγωγή της Κορίνθου, πολλά αγγεία της οποίας έχουν ανακαλυφθεί στην Ετρουρία. Το ρόλο του αρχηγού ενός «οίκου» των ομηρικών επών αντικαθιστούν οι αριστοκρατικές οικογένειες. Συγχρόνως παρατηρείται και μια ραγδαία αύξηση πληθυσμού και καταμερισμός της εργασίας. Απόρροια των νέων εξελίξεων είναι η δημιουργία νέων αναγκών για την επιβίωση του κοινωνικού συνόλου. Λύση για την αύξηση του πληθυσμού και κυρίως την απόκτηση των προϊόντων που λείπουν και τη σύγχρονη διάθεση των πλεοναζόντων αγαθών ήταν, εκτός από τους πολέμους, η ανάπτυξη του εμπορίου και η δημιουργία αποικιών. Η επινόηση του νομίσματος πηγάζει από τις ανάγκες των εμπορικών συναλλαγών, όμως αναμφίβολα τα πολιτικά και στρατιωτικά του πλεονεκτήματα δεν παραγνωρίστηκαν. Η αποδοχή και η διάδοσή του προκύπτουν από μία καινοφανή πολιτικοκοινωνική δομή που δεν απαντάται παρά μόνον στον ελληνικό κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αριστοτέλης στο έργο του περί Ηθικής Νικομάχου εξηγεί ότι η υιοθέτηση του νομίσματος από την πόλη εξυπηρετεί την εύρυθμη λειτουργία της, και τις ανταλλαγές υπηρεσιών σχετικών με τη δημόσια ζωή, όπως η αγορά από την πόλη σιτηρών ή υλικών για τις δημόσιες κατασκευές, ή πληρωμές των υπαλλήλων και των εργατών, η ανακατανομή του πλεονάσματος στους πολίτες, η είσπραξη φόρων, ενοικίων, η μισθοδοσία και η πληρωμή των μισθοφόρων.
            Η περίοδος της διάδοσης της χρήσης του νομίσματος συμπίπτει με τις απαρχές της ελληνικής πόλεως που διοικείται από βασιλείς, ολιγαρχικούς, αριστοκράτες ή τυράννους. Πρόκειται για την αρχή της δημοκρατικής πόλεως και την εξάπλωση του ελληνικού κόσμου με την ίδρυση εμπορικών σταθμών και στη συνέχεια αποικιών σε όλη τη Μεσόγειο. Οι ελληνικές πόλεις αυτής της περιόδου αναπτύσσουν μια νέα πολιτικο-κοινωνική δομή όπου ο πολίτης κατέχει μια εξέχουσα θέση. Σε αυτή τη νέα πόλη κράτος ο πολίτης, που έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις, είναι επίσης οπλίτης, ούτως ώστε να μπορεί να υπερασπίζεται την πόλη του και κατ’επέκτασιν την ιδιοκτησία του. Κάτοχος ή ιδιοκτήτης πλέον της γης του και των προϊόντων της, που πουλάει ο ίδιος, οφείλει σε αντιστάθμισμα να πληρώνει φόρους σε χρήμα στην πόλη για να συντελεί στην καλή λειτουργία της. Η λέξη νόμισμα προέρχεται ετυμολογικά από το «νόμος», επιβεβαιώνοντας ότι το νόμισμα το κόβει, το ζυγίζει αφού καθορίσει το βάρος του και το ελέγχει η εκδίδουσα αρχή. Δεν πρόκειται πλέον για μια κεντρική εξουσία που συγκεντρώνει, ανακατανέμει και πουλά την παραγωγή όπως γινόταν στη Μεσοποταμία ή την Αίγυπτο. Όντως, ο ναός, ο δυνάστης ή ο Φαραώ συγκέντρωναν την παραγωγή την ανακατένεμαν, κρατούσαν ένα μέρος εν είδει φόρου και διέθεταν το υπόλοιπο στο εμπόριο. Το νόμισμα, ως εκ τούτου, δεν ήταν απαραίτητο σε αυτές τις κοινωνίες, ενώ η αποδοχή της χρήσης του νομίσματος και η διάδοσή του απορρέουν άμεσα από όλες τις πολιτικο-κοινωνικές αλλαγές που σημειώθηκαν στον ελληνικό κόσμο.
            Κατά συνέπεια δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι σε πολλές κοινωνίες του αρχαίου κόσμου η χρήση του νομίσματος δεν εισήχθη καθόλου ή πολύ αργότερα.
            Το βασίλειο της Αιγύπτου, παρά τον αμύθητο πλούτο του, δεν έκοψε ποτέ νομίσματα, με εξαίρεση μια περιορισμένη κοπή του Φαραώ Νεκτανεμπώ, ο οποίος χρειάστηκε να πληρώσει τους Έλληνες μισθοφόρους κατά την αποτυχημένη εξέγερση κατά των Περσών τον 4ο αι. π. Χ. Το βασίλειο χρησιμοποιούσε πάντα ζυγισμένα μέταλλα ή ελληνικά νομίσματα. Στην Ελεφαντίνη, στη Νότια Αίγυπτο, αραμαϊκές επιγραφές αρχίζουν να αναφέρουν ελληνικά νομίσματα σε αντιπαράθεση με ράβδους αργύρου μόλις τον 50 αι. π.Χ..
            Συγκριτικά με την πληθώρα μετάλλου που διέθεταν οι Πέρσες βασιλείς έκοψαν λίγα νομίσματα, πιθανόν για τις συναλλαγές τους με τους Έλληνες. Δεν είναι τυχαίο ότι άρχισαν να εκδίδουν νομίσματα αφού κατέλαβαν την Λυδία τον 6ο αι. π.Χ. Φαίνεται μάλιστα ότι το νόμισμά τους κυκλοφόρησε μόνον στις ελληνικές περιοχές της Μικράς Ασίας και της Κύπρου. Η μη χρήση νομίσματος της Περσικής αυτοκρατορίας και ο αποθησαυρισμός μετάλλου επιβεβαιώνεται από την ανεύρεση από το Μέγα Αλέξανδρο τόνων ράβδων χρυσού και αργύρου στα ανάκτορα του Δαρείου στην Περσέπολη και τη Βαβυλώνα
Σε αντιπαράθεση έρχεται η πλούσια νομισματοκοπία των Περσών σατραπών στις ελληνικές περιοχές και δείχνει ότι προφανώς ήταν μια αναγκαιότητα για τις συναλλαγές με τους έλληνες γείτονες. Οι σατράπες χρησιμοποίησαν το ελληνικό πρότυπο για τη νομισματοκοπία τους, χρησιμοποίησαν τους ίδιους σταθμητικούς κανόνες (βάρη), μέταλλα (άργυρο και χαλκό), όπως οι περιοχές όπου έκοψαν νόμισμα και ίδια τεχνοτροπία, αποδεικνύοντας τις αμοιβαίες επιδράσεις  των εμπορικών κυρίως αλλά και των πολιτισμικών ανταλαγών. Έτσι ο Τισσαφέρνης ως απεσταλμένος σατράπης του Μεγάλου Βασιλέα έκοψε νομίσματα σε διάφορες πόλεις της Μικράς Ασίας (Βιτρίνα ???, αρ. κατ. 72), όπως την Άντανδρο της Τρωάδος, το Αδραμύτειον και τα Άστυρα της Μυσίας (Βιτρίνα ???, αρ. κατ. 24), τον Ξάνθο της Λυκίας, την Ιασώ της Καρίας καθώς και στην Άσπενδο της Παμφυλίας. Πολλές κοπές σατραπών έχουν διεξαχθεί σε άγνωστα για εμάς νομισματοκοπεία (Βιτρίνα ??? αρ. κατ. 71) απλώς γνωρίζοντας τις περιοχές στις οποίες ήταν απεσταλμένοι ταξινομούμε και τα νομίσματά τους σε αυτές όπως για παράδειγμα το σπανιότατο νόμισμα του σατράπη Γαρμήση, ο οποίος έδρασε στην Τρωάδα (Βιτρίνα ???, αρ. κατ. 32) ή του σατράπη Σπιθριδάτη στην Ιωνία και τη Λυδία (Βιτρίνα ???, αρ. κατ. 73, 74).
            Είναι εντυπωσιακό ότι οι Φοίνικες, λαός κατ’ εξοχήν ναυτικός και εμπορικός, χρησιμοποίησαν το νόμισμα πολύ αργά. Τα πρώτα τους νομίσματα χρονολογούνται μετά το 450 π. Χ. ενώ η χρήση νομίσματος στην καθημερινή ζωή, με την κοπή μικρών υποδιαιρέσεων από άργυρο και αργότερα χάλκινων νομισμάτων, δεν παρατηρείται παρά μόνο κατά τη διάρκεια του 4ου αι. π. Χ. Φαίνεται ότι χρησιμοποιούσαν εκτός από τα ζυγισμένα μέταλλα, ελληνικά νομίσματα, κυρίως τα νομίσματα της Αθήνας, που αποτελούσαν το διεθνές νόμισμα ήδη από την αρχή του 5ου αι. π. Χ. και μέχρι τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εξ ου και οι απομιμήσεις του νομίσματος της Αθήνας στην Αραβία, την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία.           Η μη χρήση του νομίσματος σε ορισμένες περιοχές πιστοποιείται επίσης από τα ευρήματα των νομισματικών «θησαυρών» που περιλαμβάνουν «δοκιμασμένα» νομίσματα, τα οποία φέρουν μια εγκοπή για να επαληθεύσουν ότι ήταν χτυπημένα από καθαρό μέταλλο και ότι το βάρος του μετάλλου προς πληρωμή των συναλλαγών ήταν το σωστό. Αυτοί οι λαοί λοιπόν δεν δέχονταν τα νομίσματα για την ανταλλακτική τους αξία αλλά για την αξία του ως μέταλλα των οποίων έλεγχαν την καθαρότητα και το βάρος.

Όπως αναφέραμε τα πρώτα νομίσματα ήταν από ήλεκτρο, ένα φυσικό κράμα χρυσού και αργύρου, και κόπηκαν στη Λυδία και τη Μικρά Ασία. Η εγγενής όμως αξία αυτών των νομισμάτων από ήλεκτρο μπορούσε να κυμαίνεται ανάλογα με τις διαφορές της αναλογίας των μετάλλων που αποτελούσαν το κράμα. Πρόσφατες αναλύσεις αυτών των νομισμάτων, ιδίως των ύστερων νομισμάτων της Κυρηναϊκής, απέδειξαν επιπλέον ότι αυτό το κράμα μπορούσε να μην ήταν πάντα φυσικό και ότι η εκδίδουσα αρχή μπορούσε να μεταβάλλει την περιεκτικότητα σε χρυσό και άργυρο. Από αυτό είναι πιθανό να απέρρεε μια δυσπιστία απέναντι στην ονομαστική αξία ενός νομίσματος και κατ’ επέκτασιν απέναντι στη χρήση του. Πιθανόν, η ιδέα της κοπής νομισμάτων από χρυσό ή άργυρο να απορρέει από αυτό το μειονέκτημα. Ο Κροίσος (561-547 π.Χ.) ήταν ο πρώτος βασιλιάς που εισήγαγε το διμεταλλισμό στη νομισματοκοπία  με την κοπή των χρυσών και των αργυρών κροισεΐδων. Η αναλογία χρυσού αργύρου εκείνη την εποχή ήταν 1/13 ή 1/13 και 1/3. Αναμφίβολα η φήμη του ως του πλουσιότερου ανθρώπου του κόσμου κατά την αρχαιότητα οφείλεται σε αυτήν του την πρωτοβουλία. Μετά την εισαγωγή νομισμάτων από χρυσό και άργυρο πολύ λίγες πόλεις συνέχισαν να κόβουν νομίσματα από ήλεκτρο, όπως η Λάμψακος, η Φώκαια (Βιτρίνα ???, αρ. κατ. 59), η Μυτιλήνη και η Κύζικος, η οποία μέχρι τον 4ο αι. π. Χ. εξέδιδε μόνον μικρές υποδιαιρέσεις από άργυρο για τις καθημερινές ανάγκες της πόλεως και ήλεκτρον για τις μεγάλες (Βιτρίνα ???, αρ. κατ. 27). Η πλειονότης των ελληνικών νομισμάτων, αντίθετα με αυτά των Περσών και των Λυδών, των οποίων το κύριο μέρος της νομισματοκοπίας τους ήταν από χρυσό, έκοψαν νομίσματα από άργυρο. Μόνο στον 4ο αι. π. Χ. ο Φίλιππος Β΄, βασιλεύς των Μακεδόνων, χάριν στην κυριαρχία των χρυσορυχείων του όρους Παγγαίου, κυκλοφόρησε μεγάλες ποσότητες από χρυσά νομίσματα. Ο γιός του Αλέξανδρος, και στη συνέχεια οι Πτολεμαίοι, ακολούθησαν το παράδειγμά του.

Τα αρχαία νομίσματα ήταν πεστά, δηλαδή προϊόντα κτυπήματος ενός θερμασμένου δισκίου (πέταλλο) που τοποθετείτο ανάμεσα σε δύο μήτρες, τον εμπροσθότυπο και τον οπισθότυπο, στις οποίες είχαν χαράξει εσώγλυφα το αρνητικό σχέδιο των νομισματικών τύπων.  Η μήτρα του εμπροσθότυπου ήταν εγκλωβισμένη στο αμόνι ενώ η μήτρα του οπισθότυπου ήταν κινητή. Όπως είναι φυσικό, η μήτρα του οπισθότυπου χαλούσε γρηγορότερα διότι δεχόταν το άμεσο κτύπημα του σφυριού. Δεν γνωρίζουμε τον αριθμό νομισμάτων που μπορούσε να παράγει μια μήτρα. Ας σημειώσουεμ ότι έχουν σωθεί ελάχιστες μήτρες, προφανώς διότι μετά την ηθελημένη παραγωγή θα τις κατέστρεφαν προς αποφυγήν των παραχαράξεων. Η σύγχρονη νομισματική επιστήμη συγκεντρώνοντας όλα τα νομίσματα που έχουν φτάσει έως εμάς, κάνοντας συνδυασμό μητρών μπορεί να προσδιορίσει το μέγεθος και τις αυξομειώσεις της παραγωγής ενός νομισματοκοπείου. Ελάχιστες εκδίδουσες αρχές, που εξέδωσαν κυρίως νομίσματα μεγάλου μεγέθους, τα κατασκεύασαν με τη μέθοδο της χύτευσης. Η διαδικασία της κοπής πρέπει να γινόταν σε κάποιο ειδικό μόνιμο κτήριο μόνον σε πόλεις ή βασίλεια που παρουσιάζουν σταθερή νομισματοκοπία και μεγάλες νομισματικές παραγωγές, όπως η Αθήνα.
Γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με τα κτήρια όπου έκοβαν τα νομίσματα. Είναι γνωστά το νομισματοκοπείο της Αθήνας, στην ανατολική γωνία της Νότιας πλευράς της Αγοράς, από τον 5ο μέχρι τον 1ο αι. π.Χ. Στο κτήριο, που είχε διαστάσεις 27 Χ 38 μέτρα, με δωμάτια διαφορετικού μεγέθους γύρω από μια ανοικτή αυλή, βρέθηκαν ράβδοι και πέταλλα. Γνωρίζουμε ότι οι εργάτες του νομισματοκοπείου των Αθηνών ήταν δούλοι. Έχει επίσης ταυτιστεί η τοποθεσία του νομισματοκοπείου της Πέλλας κατά την ελληνιστική περίοδο και το νομισματοκοπείο της ρωμαϊκής περιόδου της Θεσσαλονίκης, επίσης μέσα στην Αγορά της πόλεως. Είναι βέβαιο πως όλες οι πόλεις που έθεσαν σε κυκλοφορία νομίσματα δεν διέθεταν μια μόνιμη δομή πολλές νομισματικές παραγωγές πόλεων ήταν σποραδικές. Η ύπαρξη «κινητών» νομισματοκοπείων αποτελεί μια ελκυστική υπόθεση, κυρίως στην περίπτωση όπου ο νομισματικός τύπος από τη μια πόλη στην άλλη ήταν κοινός και θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κοινές μήτρες. Τέτοια περίπτωση είναι συχνή κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορία όπου ο εμπροσθότυπος του νομίσματος είναι η προτομή του αυτοκράτορος. Πάντως τις περισσότερες φορές τα νομίσματα παράγονταν στον τόπο που τα εξέδιδαν και είναι πιο αληθοφανές ότι οι πόλεις χρησιμοποιούσαν «περιστασιακά» νομισματοκοπεία, για παράδειγμα το εργαστήριο χύτευσης της πόλεως όπου υπήρχαν όλα τα απαραίτητα εργαλεία για την κοπή του νομίσματος και προσέφευγαν στους εν δήμω χαράκτες πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων για τη χάραξη των νομισματικών τους χαρακτήρων, δηλαδή των μητρών για το κτύπημα των νομισμάτων.
Οι πρώτες νομισματικές κοπές από ήλεκτρο δε φέρουν κανένα τύπο, είναι άτυπες. Ο εμπροσθότυπος έφερε βαθουλώματα, χαράγματα ή διάφορα άλλα ασαφή σχήματα και ο οπισθότυπος ένα έγκοιλο τετράγωνο ακανόνιστου σχήματος. Αργότερα η εκάστοτε εκδίδουσα αρχή άρχισε να χαράζει στην μπροστινή όψη ένα συγκεκριμένο τύπο (κατά προτίμηση μορφές ζώων), ενώ στην πίσω όψη παρέμεινε το έγκοιλο τετράγωνο. Καθώς οι τεχνικές κοπής βελτιώνονταν, κατά τα τέλη της αρχαϊκής εποχής και τις αρχές της κλασσικής, άρχισε από τον 5ο αι. π.Χ. και εξής, να χαράσσεται και στον οπισθότυπο ένας τύπος, δηλαδή μία παράσταση η οποία χαρακτήριζε και ταύτιζε την εκδίδουσα αρχή, διότι το νόμισμα, εκτός του ότι είναι αναπόσπαστο κομμάτι της οικονομικής ζωής μιας πόλης, είναι συγχρόνως και έκφραση της αυτονομίας της, όπως και της πολιτισμικής της ταυτότητας. Με την εξάπλωση της χρήσης του αλφαβήτου, από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. αναγράφεται ολογράφως ή σε σύντμηση και το όνομα της εκδίδουσας αρχής. Παράλληλα οι νομισματικοί τύποι επέτρεπαν στους χρήστες να αναγνωρίζουν την εκδίδουσα αρχή, η οποία εγγυάτο την καθαρότητα του μετάλλου και το βάρος του νομίσματος καθώς και τις υποδιαιρέσεις του. Έτσι η αξία του κάθε νομίσματος ήταν αποδεκτή ως τέτοια.
            Πολλές θεωρίες έχουν αναπτυχθεί για τη χρήση των πρώτων νομισμάτων. Είναι σαφές ότι τα πρώτα νομίσματα χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή μισθοφόρωνκαι γενικότερα για πληρωμές προς και από το κράτος αν και δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο από τις φιλολογικές πηγές. Ίσως μερικά νομίσματα να χρησιμοποιήθηκαν ως δώρα μεταξύ ευγενών, ηγεμόνων ή βασιλέων. Ελάχιστα γνωρίζουμε επίσης και για την αρχή η οποία εξέδωσε τα πρώτα νομίσματα από ήλεκτρο. Μερικά νομίσαμτα που φέρουν επιγραφές, όπως το ΦΑΕΝΟΣ ΕΙΜΙ, μαρτυρούν τα ονόματα ανθρώπων που τα έκοψαν ή το νομισματοκοπείο που τα εξέδωσε. Δεν γνωρίζουμε όμως την ταυτότητα των ανθρώπων που αποτυπώνουν το όνομά τους στα νομίσματα. Ίσως να είναι δυνάστες, βασιλείς ή απλά υπεύθυνοι της κοπής ή ακόμη, αν δεχθούμε ότι τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν από ιδώτες και όχι από κράτη ή βασίλεια, τότε θα ήταν τα ονόματα αυτών των ιδιωτών. Η τελευταία υπόθεση προσκρούει στο γεγονός ότι είναι δύσκολο μια ιδιωτική παραγωγή να γίνει αποδεκτή από όλον τον κόσμο, διότι είναι δύσκολο ένας ιδιώτης να εγγυηθεί την αξία του νομίσματος.
Οι ενδείξεις της αξίας επάνω στα νομίσματα, όπως το ημίλιτρο ή η τριάδα της σικελικής πόλεως Ιμέρα, είναι σπάνιες. Οι χρήστες γνώριζαν δίχως άλλο την αξία ενός νομίσματος, χάρη στο μέταλλό του, τους νομισματικούς τύπους και τη διάμετρο του και όχι λόγω του βάρους του, το οποίο δεν μπορούσε να εξακριβωθεί χωρίς τη χρήση ζυγού. Ενίοτε, οι τύποι μπορούσαν να υποδηλώνουν μια υποδιαίρεση. Έτσι στην Αθήνα, το δίχαλκο του τέλους του 4ου αι. π. Χ. απεικονίζει στον οπισθότυπο μια γλαύκα με διπλό σώμα.

*η κα Ελένη Παπαευθυμίου είναι Αρχαιολόγος – Νομισματολόγος Πρόεδρος της Ελληνικής Νομισματικής Εταιρίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ Ομηρούπολη Ονειρούπολη