Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Δια Πυρός και Σιδήρου


Ο σίδηρος στα ομηρικά έπη

Η έρευνά μου σχετικά με τα αρχαία μεταλλικά ευρήματα με οδήγησε και στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Πολλές ήταν οι πληροφορίες που άντλησα και συνεχίζω να αντλώ από εκεί. Σχετικά με το σίδηρο, αλλά και τα άλλα αρχαία μέταλλα, πολύτιμες πληροφορίες μας δίνουν Όμηρος, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών, ο Αισχύλος, ο Αριστοφάνης καθώς και πολλοί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Στα έπη του Ομήρου, τα οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια, μαζί με τα συγκλονιστικά γεγονότα που διαδραματίζονται γύρω από τη μαρτυρική Τροία θα παρακολουθήσουμε και την ιστορία του σιδήρου σε όλες του τις μορφές, όπως μας την αποκαλύπτει ο μεγάλος μας ποιητής.
Ο Όμηρος, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, έζησε τον 8ο αιώνα π.Χ., εποχή κατά την οποία αναπτύσσεται αξιόλογη μεταλλουργία του σιδήρου. Η μαγική ιδιότητα του νέου αυτού μετάλλου να σκληραίνει με την ενανθράκωση και να μεταμορφώνεται στο σκληρό χάλυβα, ο οποίος γίνεται ακόμη πιο σκληρός με τη βαφή, έχει επηρεάσει τόσο βαθιά το μεγάλο μας ποιητή ώστε να τον αναφέρει στα έπη του. Ο Όμηρος όμως γνωρίζει ότι την εποχή που διαδραματίζεται ο Τρωικός πόλεμος κύριο υλικό για την κατασκευή όπλων και εργαλείων αποτελούσαν ο χαλκός και τα κράματά του (δηλαδή το κρατέρωμα ή ο μπρούντζος), ενώ ο σίδηρος ήταν γνωστός μόνο με τη μορφή κοσμημάτων και μάλιστα δαχτυλιδιών-σφραγίδων. Στους μακρινούς εκείνους χρόνους θεωρείται, όπως προαναφέραμε, ένα πολύτιμο μέταλλο, αφού η τιμή του ήταν έξι φορές ακριβότερη από εκείνη του αργύρου. Έτσι, ο ποιητής άλλοτε τον παρουσιάζει ως πολύτιμο μέταλλο και άλλοτε παρασυρμένος από τη δική του εποχή, τον αναφέρει ως ένα σκληρό όπλο ή εργαλείο. Αξίζει γι’ αυτό να σταχυολογήσουμε ιστορίες από την Ιλιάδα, όπου ο σίδηρος παρουσιάζεται άλλοτε με τη μία και άλλοτε με την άλλη μορφή του. Υπάρχει όμως και μια άλλη μορφή που αναφέρει ο Όμηρος, την οποία αξίζει να σημειώσω. Είναι η παρομοίωση της ψυχικής δύναμης των ηρώων του με τη δύναμη του σκληρού σιδήρου ή καλύτερα με εκείνη του ατσαλιού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι αρχαίοι συγγραφείς στα κείμενά τους δεν διαχωρίζουν με ξεχωριστό όρο το χαλκό από τον μπρούντζο, ή το σίδηρο από το χάλυβα, όπως γίνεται σήμερα. Όταν αναφέρονται στο χαλκό ή το σίδηρο εννοούν και τις άλλες τους μορφές. Για παράδειγμα, στην επιγραφή της Ελευσίνας (4ος αιώνας π.Χ.), η οποία αποτελεί ένα από αρχαιότερα ευρωπαϊκά πρότυπα, σε ένα σημείο του κειμένου αναφέρεται η σύνθεση που πρέπει να έχουν οι μπρούντζινοι σύνδεσμοι (εμπόλια και πόλοι) ανάμεσα στους σπονδύλους των κιόνων της Φιλώνειας Στοάς: «Χαλκού δε εργάσεται Μαριέως, κεκραμένου την δωδεκάτην, τα ένδεκα μέρη χαλκού το δε δωδέκατον καττιτέρου». Εδώ φαίνεται καθαρά: ο χαλκός είναι στην πραγματικότητα κρατέρωμα (κοινώς μπρούντζος), αφού, όπως μας πληροφορεί η προδιαγραφή της ενεπίγραφης στήλης, είναι κράμα χαλκού και κασσιτέρου. Κι όμως τον αναφέρει απλώς ως χαλκό χωρίς διάκριση. Υπάρχει μόνο μία περίπτωση στην οποία ο Όμηρος χρησιμοποιεί έναν ή δύο όρους, με τους οποίους πιθανότατα αναφέρεται στο σκληρό χάλυβα. Αυτούς θα τους σχολιάσω με κάθε επιφύλαξη, γιατί ίσως στο μέλλον αποδειχθεί ότι πρόκειται πραγματικά για χάλυβα ή κάποιο άλλο ενδιαφέρον σκληρό υλικό.

Η κατοχή του σιδήρου ως ένδειξη πλούτου

Οι θεοί, όπως γνωρίζουμε, παρενέβαιναν με διάφορους τρόπους στον Τρωικό πόλεμο. Άλλοι υποστήριζαν τους Αχαιούς και άλλοι τους Τρωαδίτες. Σε κάποια φάση του πολέμου αποφάσισαν να απομακρυνθούν από το πεδίο των μαχών (Ραψωδία Ζ) και να αφήσουν τις δύο πλευρές στην τύχη τους. Τότε ακολούθησαν φονικές μάχες, στις οποίες οι Έλληνες[…] σκότωσαν πολλούς Τρωαδίτες. Σε μια από αυτές τις μάχες στα περίχωρα της Τροίας, ο Μενέλαος μετά από μια φοβερή καταδίωξη συλλαμβάνει ένα αρχοντόπουλο της Τροίας, τον Άδραστο. Εκείνος απελπισμένος πέφτει χάμω, αγκαλιάζει τα πόδια του Μενέλαου και τον θερμοπαρακαλεί: «Πιάσε με ζωντανό, γιε του Ατρέα και δέξου τα λύτρα που αξίζω. Πολλοί θησαυροί είναι φυλαγμένοι στου πλούσιου πατέρα μου, χαλκός, μάλαμα και δυσκολοδουλεμένο σίδερο…»
Είναι φανερό ότι εδώ ο σίδηρος μαζί με το χρυσό και το χαλκό αποτελούν ακριβά μέταλλα, τα οποία ο Άδραστος προσφέρει στο βασιλιά Μενέλαο, προκειμένου ο τελευταίος να τον λυπηθεί και να του χαρίσει τη ζωή. Ο Όμηρος χαρακτηρίζει το σίδηρο «πολύκμητο», δηλαδή δυσκολοδούλευτο μέταλλο. Πράγματι, ο σίδηρος, και μάλιστα με τη μορφή του σκληρού χάλυβα την οποία στο επεισόδιο αυτό έχει κατά νου ο ποιητής, είναι ένα μέταλλο πολύ σκληρότερο από το χαλκό ή τον μπρούντζο και δύσκολα το κατεργάζεται ο μεταλλοτεχνίτης.
Ο Μενέλαος τελικά υποκύπτει στις εκλιπαρήσεις του Άδραστου και αποφασίζει να του χαρίσει τη ζωή. Ενώ όμως είναι έτοιμος να τον παραδώσει σε έναν ακόλουθό του για να τον οδηγήσει αιχμάλωτο στα αργίτικα καράβια, επεμβαίνει ο αδελφός του, ο Αγαμέμνονας. Οργισμένος του θυμίζει το κακό που έχουν προξενήσει οι Τρωαδίτες στο σπιτικό του και επιμένει ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χαρίσουν στο νεαρό τη ζωή. Έτσι, τελικά, ο Μενέλαος αναγκάζεται να απομακρύνει τον Άδραστο από τα πόδια του, που τα είχε αγκαλιασμένα και παρακαλούσε για τη ζωή του, και ο Αγαμέμνονας τον σκοτώνει αλύπητα με το δόρυ του. Άλλη μια σκηνή βαρβαρότητας του πολέμου την οποία ο Όμηρος παρουσιάζει με μεγάλη δεξιοτεχνία και δεν είναι τυχαίο ότι επιλέγει τον Αγαμέμνονα ως τον εκφραστή της. Ας μην ξεχνάμε ότι εκείνος, προκειμένου να ξεκινήσει ο στόλος των Αχαιών, δέχθηκε να θυσιάσει ακόμη και την κόρη του, την Ιφιγένεια. Η γυναίκα του, η Κλυταιμνήστρα, δικαιολογημένα τον μίσησε γι’ αυτό. Εξάλλου ο αυταρχισμός του χαρακτήρα του γίνεται επίσης φανερός όταν απαιτεί και τελικά παίρνει από τον Αχιλλέα την ωραία Βρισηίδα, γεγονός που ανάγκασε το μεγάλο ήρωα να απόσχει από τις μάχες, με αποτέλεσμα οι Αχαιοί να υποστούν μεγάλες συμφορές από τον Έκτορα και τους Τρωαδίτες.

Ο σίδηρος ως μέσο για την ανταλλαγή αγαθών και την απελευθέρωση αιχμαλώτων

Ο σίδηρος ως ακριβό μέταλλο χρησιμοποιείται στις εμπορικές συναλλαγές και στις ανταλλαγές προϊόντων, αλλά και αιχμαλώτων. Έτσι, στη ραψωδία Η (στ. 472-473), που έχει τίτλο «Έκτορος και Αίαντος μονομαχία», διαβάζουμε ότι οι Αχαιοί προμηθεύονταν κρασί από τη Λήμνο με αντάλλαγμα χαλκό και αστραφτερό σίδηρο.
Σε δύο άλλες περιπτώσεις, χρησιμοποιούν το σίδηρο μαζί με το χρυσό και το χαλκό ως ακριβά μέταλλα για την απελευθέρωση αιχμαλώτων. Στη ραψωδία Κ (στ. 379-380) ο Όμηρος περιγράφει τη συναρπαστική καταδίωξη ενός Τρωαδίτη, του Δόλωνα, γιου του κήρυκα Ευμήδη, από δύο πολύ γνωστούς μας ήρωες του Τρωϊκού πολέμου, τον Διομήδη και τον Οδυσσέα. Αξίζει όμως να αναφέρω εδώ τις αιτίες του κυνηγητού και της σύλληψης του Δόλωνα, καθώς και την προσφορά των παραπάνω μετάλλων από τον τελευταίο, προκειμένου να αποφύγει τη θανάτωσή του.
Όπως είδαμε νωρίτερα, ο Αχιλλέας πικραμένος από την αυταρχική και απρεπή στάση του Αγαμέμνονα αρνείται πεισματικά να λάβει μέρος στις μάχες με τους Τρωαδίτες και μάλιστα, παρά τις παρακλήσεις των παλιών φίλων και συναγωνιστών του να αλλάζει γνώμη, έχει αποφασίσει να επιστρέψει στην πατρίδα του τη Φθία. Με την εγκατάλειψη όμως του αγώνα από τον Αχιλλέα, οι Τρωαδίτες έχουν αναθαρρήσει και με επικεφαλής τον Έκτορα πολλαπλασιάζουν τις επιθέσεις τους ενάντια στους Αχαιούς, τους νικούν επανειλημμένα και προκαλούν τεράστιες ζημιές. Οι Αχαιοί απογοητευμένοι σκέπτονται σοβαρά να εγκαταλείψουν την πολιορκία της Τροίας και να επιστρέψουν στις πατρίδες τους.
Αλλά ας έρθουμε στην περιγραφή της καταδίωξης και της σύλληψης του Δόλωνα. Είναι νύχτα. Έχει προηγηθεί μια μεγάλη φονική μάχη και οι Αχαιοί θέλουν να μάθουν ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι των εχθρών. Θα γυρίσουν στην πόλη τους, την Τροία, ή θα επιτεθούν και πάλι την επόμενη μέρα; Στέλνουν λοιπόν τον Διομήδη και τον Οδυσσέα να κατασκοπεύσουν τις κινήσεις και τους σκοπούς των αντιπάλων. Το ίδιο περίεργοι όμως είναι και οι Τρωαδίτες. Θα μείνουν οι Αχαιοί ή θα φύγουν τελικά και θα επιστρέψουν στις πατρίδες τους μετά τις μεγάλες συμφορές που είχαν υποστεί; Έτσι, και αυτοί ταυτόχρονα στέλνουν το σκληρό και πλούσιο Δόλωνα, για να συλλέξει πληροφορίες. Μέσα στην πυκνή νύχτα, ο Διομήδης και ο Οδυσσέας ακούν το θόρυβο που κάνει ο Δόλωνας περπατώντας ανάμεσα στους νεκρούς. Τον επισημαίνουν και κρύβονται ανάμεσα στους τελευταίους για να δουν αν σκοπός του άγνωστου Τρωαδίτη είναι να σκυλέψει τους νεκρούς ή να κατασκοπεύσει το δικό τους στρατόπεδο. Διαπιστώνουν ότι ο Δόλωνας κατευθύνεται προς το στρατόπεδό τους και τότε αποφασίζουν να τον συλλάβουν και να τον αναγκάσουν να τους δώσει τις πληροφορίες που χρειάζονται. Σηκώνονται, λοιπόν, αμέσως και μετά από ένα αγωνιώδες κυνηγητό τον συλλαμβάνουν. Ο Δόλωνας κάτωχρος από φόβο τούς παρακαλεί να μην τον σκοτώσουν και τους υπόσχεται ότι ο πλούσιος πατέρας του, ο Ευμήδης, θα τους δώσει άφθονα λύτρα, «γιατί (ο πατέρας του) έχει πολύ χαλκό, χρυσάφι και δυσκολοδούλευτο σίδερο». Όμως ο Διομήδης αφού πήρε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες τον θανάτωσε με το ξίφος του.
Μια παρόμοια περίπτωση χρησιμοποίησης του σιδήρου από αιχμάλωτο για την εξαγορά της ζωής του είναι εκείνη του Άδραστου, ο οποίος θερμοπαρακαλεί τον Μενέλαο να του χαρίσει τη ζωή και υπόσχεται ότι ο πατέρας του σε αντάλλαγμα θα του δώσει άφθονο χαλκό, χρυσό και δυσκολοδούλευτο σίδηρο («πολύκμητον σίδηρον»). Και στις δύο περιπτώσεις, ο Όμηρος εκφράζει με τρόπο συγκλονιστικό τον αποτροπιασμό του για τη σκληρότητα του πολέμου.

Αγών επιτάφιος ή άθλα επί Πατρόκλω.

Ο σίδηρος ως έπαθλο σε αθλητικούς αγώνες




Ο Αχιλλέας, όπως είδαμε και στην προηγούμενη παράγραφο, επιμένει να μη συμμετέχει στις μάχες. Ο Έκτορας, όμως, ως επικεφαλής των Τρώων εφορμά ενάντια στα οχυρά των Αχαιών και απειλεί να πυρπολήσει από στιγμή σε στιγμή τα καράβια τους, τα οποία προστατεύονται μόνο από μια μεγάλη τάφρο. Ο φόβος των Αχαιών είναι μεγάλος. Το στρατόπεδό τους κινδυνεύει σοβαρά. Ανάμεσα στους τραυματίες βρίσκονται ο Οδυσσέας, ο Διομήδης, ακόμη και ο Αγαμέμνονας, καθώς και πολλοί άλλοι. Σε μια τέτοια κρίσιμη στιγμή, ο Πάτροκλος παρουσιάζεται στον Αχιλλέα και τον θερμοπαρακαλεί να τον στείλει μαζί με το στρατό των Μυρμιδόνων να βοηθήσει τους Αχαιούς. «Δώσε μου τα δικά σου όπλα», του λέει, «για να τα φορέσω στους ώμους μου, μήπως και οι Τρώες, παρομοιάζοντάς με προς εσένα, αποσυρθούν από τον πόλεμο, οι δε πολεμικοί γιοι των Αχαιών ανακουφιστούν από την πίεση». Τελικά, ο Αχιλλέας πείθεται να στείλει στη μάχη τον αγαπημένο του φίλο, ο οποίος θα φορέσει τη δική του πανοπλία και περικεφαλαία. Στη μάχη θα είναι επικεφαλής των φιλοπόλεμων Μυρμιδόνων. Στη γιγάντια όμως αναμέτρηση που ακολουθεί αναμιγνύονται και οι θεοί. Ο Δίας, που κλίνει υπέρ των Τρωαδιτών, επιτρέπει στον Απόλλωνα να βοηθήσει τον Έκτορα. Πράγματι, ο Έκτορας σκοτώνει τον Πάτροκλο και ακολουθεί σκληρή μάχη γύρω από το σώμα του νεκρού. Τελικά, οι Μυρμιδόνες κατορθώνουν να το διασώσουν, να το πλύνουν και να το φέρουν πίσω στο στρατόπεδο του Αχιλλέα.
Ο Αχιλλέας απαρηγόρητος θρηνεί το χαμό του αγαπημένου του Πατρόκλου. Στη Ραψωδία Ψ της Ιλιάδας ο ήρωας οργανώνει επιτάφιους αγώνες προς τιμήν του αδικοσκοτωμένου συντρόφου, συναγωνιστή και φίλου του γι’ αυτό και η ραψωδία αυτή φέρει τον τίτλο «Αγών επιτάφιος ή Άθλα επί Πατρόκλω». Τα αθλήματα περιλάμβαναν αγωνίσματα δρόμου, πάλης, πυγμαχίας, ρίψης σφαίρας, ιππικούς αγώνες και διάφορα άλλα.
Πριν αρχίσουν οι αγώνες, ο Αχιλλέας έδωσε εντολή στους άντρες του να φέρουν μέσα από τα καράβια τα πλούσια βραβεία που θα προσφέρονταν στους νικητές. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν «... λεβέτια και τριπόδια κι άλογα και βόδια και μουλάρια,/ και ακόμα και σίδερο σταχτόμαυρο κι ωριοζωσμένες σκλάβες». Ο σίδηρος, όπως παρατηρούμε, παρουσιάζεται και πάλι ως ένα πολύτιμο μέταλλο και μαζί με το χρυσό και το χαλκό αποτελούν σημαντικό έπαθλο.
Σημειώνουμε και πάλι την αναφορά στις γυναίκες, οι οποίες αποτελούσαν ιδιοκτησία κάθε ηγεμόνα και τις διέθεταν μαζί με τα άλλα πλούσια δώρα. Στην περίπτωση των συγκεκριμένων επιτάφιων αγώνων ήταν ένα έπαθλο που θα το κέρδιζε ο νικητής ενός αθλήματος. Με την ευκαιρία αυτή αξίζει να αναφέρουμε ότι στο στίχο Ψ 702, ο Αχιλλέας, γιος του Πηλέα (από εδώ και ο χαρακτηρισμός Πηλείδης), όρισε ότι ο νικητής στην πάλη θα πάρει για έπαθλο ένα μεγάλο τρίποδα τον οποίο οι Αχαιοί θεωρούσαν ισότιμο με δώδεκα βόδια, ενώ μια γυναίκα θεωρούνταν «άξια» (στ. 705), δηλαδή ίσης αξίας, με τέσσερα μόνο βόδια...
Στο στίχο Ψ 826, ο Αχιλλέας ορίζει ως έπαθλο μια μάζα από σίδηρο, που, όπως λέει ο Όμηρος, ανήκε κάποτε στον Ηετίωνα και ο ήρωας τον απέκτησε αφού σκότωσε τον τελευταίο σε μια μάχη. Καλεί, λοιπόν, τους Αχαιούς να αγωνισθούν στη ρίψη του και όποιος τον πετάει πιο μακριά, αυτός θα τον κερδίσει. Μάλιστα, ο Όμηρος λέει ότι με τη συγκεκριμένη ποσότητα ο νικητής θα εξασφάλιζε σίδηρο για πέντε ολόκληρα χρόνια. Φαίνεται ότι αυτή η μάζα του σιδήρου ήταν τόσο μεγάλη σε ποσότητα και φυσικά τόσο βαριά, ώστε μονάχα ένας ομηρικός ήρωας μπορούσε να τη σηκώσει και να την πετάξει.
Ο Όμηρος αναφέρει ένα ακόμα σιδερένιο έπαθλο. Ο Αχιλλέας προσφέρει ως έπαθλο στους τοξευτές «μενεξεδί» σίδερο. Το χρώμα αυτό θυμίζει τη θερμική κατεργασία του χάλυβα, τη γνωστή βαφή. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσω ότι, μετά την απότομη ψύξη του πυρακτωμένου χάλυβα (από περίπου 800°C) μέσα στο νερό ή το λάδι, ο χάλυβας γίνεται πολύ σκληρός και ανάλογα με τις συνθήκες χάνει κατά μικρό ή μεγάλο ποσοστό την ελαστικότητά του, με κίνδυνο να σπάσει κατά τη χρήση του. Γι’ αυτό, ο τεχνίτης μετά τη βαφή αναθερμαίνει το χάλυβα σε μια σχετικά χαμηλή θερμοκρασία, η οποία κυμαίνεται από 300° μέχρι 400°C, οπότε παίρνει διάφορα χρώματα, όπως μενεξεδί, μελιτζανί και άλλα. Με τον τρόπο αυτόν ο χάλυβας παραμένει σκληρός, έχει όμως και την αναγκαία ελαστικότητα. Μάλλον αυτή τη θερμική κατεργασία έχει κατά νου ο Όμηρος όταν μιλάει για το ιώδες χρώμα του σιδήρου, ο οποίος σε αυτή τη μορφή αποτελεί και την πρώτη ύλη για να κατασκευάσουν τα πελέκια. Επομένως, ο τοξότης που θα πετύχαινε να χτυπήσει ένα περιστέρι που ήταν δεμένο με μια κλωστή από το κατάρτι ενός καραβιού θα κέρδιζε ως έπαθλο δέκα μεγάλα πελέκια, ενώ εκείνος που δεν θα πετύχαινε το περιστέρι αλλά την κλωστή θα κέρδιζε δέκα μικρά πελέκια.


Η χρήση του σιδήρου ως όπλου

Η αναφορά του σιδήρου ως ένδειξη πλούτου είναι, όπως είδαμε, μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση και εναρμονίζεται με τα μέχρι σήμερα επιστημονικά στοιχεία και ευρήματα (για παράδειγμα, οι ανευρεθείσες πινακίδες του Ακκάδ κάπου στο σημερινό Ιράκ), τα οποία δείχνουν ότι κατά τη 2η προχριστιανική χιλιετία ο σίδηρος αποτελούσε ένα πολύτιμο μέταλλο. Ο Όμηρος, ωστόσο, παρασυρμένος από την εποχή του, κάνει λόγο, όπως έχω ήδη αναφέρει, και για τη χρήση του σιδήρου, με τη μορφή βέβαια του σκληρού χάλυβα, στην κατασκευή όπλων και εργαλείων, ξεχνώντας ότι την εποχή του Τρωικού πολέμου τα όπλα ήταν χάλκινα. Όλα αυτά, βέβαια, με μια επιφύλαξη που πρέπει πάντοτε να διατηρούμε. Η άποψή μας για τον τρόπο χρήσης του σιδήρου (διάβαζε χάλυβα ή ατσάλι*) κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους βασίζεται στα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν έρθει μέχρι σήμερα στο φως, στις μελέτες αρχαιολόγων και στην προσωπική μας έρευνα. Όμως αυτά δεν είναι αρκετά και δεν μας πείθουν για την ευρεία χρήση του σιδήρου στην κατασκευή όπλων. Έτσι, προς το παρόν δεχόμαστε ότι ο σίδηρος δεν ήταν άγνωστος κατά τη 2η προχριστιανική χιλιετία, αλλά το κύριο μέταλλο για την κατασκευή εργαλείων και όπλων ήταν τα κράματα του χαλκού και κυρίως χαλκού-κασσιτέρου (το κρατέρωμα, κοινώς μπρούντζος). Γι’ αυτό και η χιλιετία αυτή ονομάζεται εποχή του χαλκού (ή του μπρούντζου. Ποτέ ορειχάλκου, γιατί απλούστατα δεν υπήρχε τότε). Σχετικά με το θέμα αυτό, αξίζει να αναφέρουμε μερικές ενδιαφέρουσες περιπτώσεις που συναντά ο αναγνώστης ή ο μελετητής της Ιλιάδας και της Οδύσσεια ς, όπου ο ποιητής, ο οποίος ως γνωστό ζει στη γεωμετρική εποχή, κάνει λόγο για τη χρήση σιδερένιων όπλων.
1) Στη ραψωδία Δ της Ιλιάδας, στίχος 123, ο Όμηρος κάνει λόγο για τη χρήση σιδερένιας ακροαιχμής βέλους. Μας περιγράφει πώς ο Τρωαδίτης Πάνδαρος, μετά από παρότρυνση της θεάς Αθηνάς η οποία κατέβηκε με εντολή του Δία από τον πανύψηλο Όλυμπο και χώθηκε ανάμεσα στα στρατεύματα των Τρωαδιτών με τη μορφή του «ικανού στο δόρυ» Λαόδοκου (Δ 87), σημαδεύει με το τόξο του και ετοιμάζεται να χτυπήσει το βασιλιά Μενέλαο με βέλος που είχε σιδερένια ακροαιχμή: «...νευρήν μεν μαζώ πέλασεν, τόξω δε σίδηρον. . . »
2) Βρισκόμαστε πάντοτε στη ραψωδία Δ (στίχοι 485-486). Σε μία από τις πολλές φονικές μάχες ανάμεσα στους Αχαιούς και τους Τρωαδίτες, ο Τελαμώνιος Αίαντας σκοτώνει με το δόρυ του τον Τρωαδίτη Σιμοείσιο. Η περιγραφή του σκοτωμένου παλικαριού είναι πολύ ποιητική και συγκινητική. Ο ποιητής παρομοιάζει την πτώση του αγωνιστή με εκείνη ενός ψιλόλιγνου δέντρου καθώς πέφτει από το σκληρό χτύπημα ενός αστραφτερού ατσαλένιου πέλεκυ που του καταφέρει ένας μάστορας κατασκευαστής αρμάτων «... την μεν θ’ αρματοπηγός ανήρ αίθωνι σιδήρω εξέταμ’, όφρα ίτυν κάμψη περικαλλέι δίφρω. . . » Εδώ ο σίδηρος δεν είναι απλώς ένα οποιοδήποτε σιδερένιο κοπτικό εργαλείο, αλλά ένας σκληρός χαλύβδινος πέλεκυς.
3) Στη ραψωδία Ε (στίχοι 722-723) ο Όμηρος περιγράφει τη διαδικασία προετοιμασίας ενός άρματος, και σε κάποιο σημείο λέει: «... Ήβη, δ’ αμφ’ οχέεσσι θοώς βάλε καμπύλα κύκλα/ χάλκεα οκτάκνημα σιδηρέω άξονι αμφίς». Μετάφραση: «. . Και η Ήβη ευθύς πέρασε τις δύο άκρες του σιδερένιου άξονα, στους στρογγυλούς χάλκινους Τροχούς με τις οκτώ ακτίνες. . . » Η χρήση όμως σιδερένιου άξονα σημαίνει προηγμένη μεταλλουργία σιδήρου η οποία, για τους λόγους που ήδη αναφέραμε, φαίνεται μάλλον απίθανη για τη μυκηναϊκή εποχή. Πιθανόν, οι Μυκηναίοι στις περιπτώσεις αυτές χρησιμοποιούσαν ένα σκληρό μπρούντζο με περισσότερο από 12% κασσίτερο, κράμα που έχει την αντοχή και τη σκληρότητα του ατσαλιού.
4) Στη ραψωδία Η, στο στίχο 140, γίνεται μνεία στη χρήση του σιδήρου ως όπλου. Ο Έκτορας προκαλεί τους Δαναούς και καλεί έναν από αυτούς να μονομαχήσει μαζί του μέχρι θανάτου. Αυτοί όμως από φόβο διστάζουν να τα βάλουν με τον τρομερό πολεμιστή και για αρκετή ώρα κανείς δεν τολμά να εμφανιστεί.. Ο Νέστορας, ο σοφός γέροντας, βαθιά στενοχωρημένος καθώς κανείς από τους Ατρείδες δεν ανταποκρίνεται στην πρόκληση του Έκτορα, τους αποκαλεί —στην ίδια πάντα ραψωδία, στίχος 96-98—: «…γυναίκες Αχαιίδες, όχι πλέον Αχαιοί (...) θα είναι πολύ μεγάλη ντροπή, αν κανένας από τους Αχαιούς δε θελήσει να αναμετρηθεί με τον Έκτορα. . ». Και πιο κάτω, θυμάται τα νιάτα του και αναφέρει ιστορίες για τα κατορθώματα και την τόλμη του σε όλους τους αγώνες που έπαιρνε μέρος. Κάπου, λοιπόν, αναφέρει έναν Ερευθαλίωνα ο οποίος έφερε τα όπλα του αρχηγού του Αρηιθόου. Αυτόν τον τελευταίο τον ονόμαζαν ροπαλοφόρο (κορυνήτην), γιατί στις μάχες χρησιμοποιούσε ένα σιδερένιο ρόπαλο με το οποίο διασπούσε τις εχθρικές φάλαγγες «... σιδηρείη κορύνη ρήγνυσκε φάλαγγας... » (Η 141) . Τον Αρηιθόο σκότωσε με δόλο κάποιος Λυκούργος και του πήρε τα όπλα. Όταν ο τελευταίος γέρασε, τα έδωσε στον αγαπητό του υπηρέτη τον Ερευθαλίωνα για να τα φοράει. Ακόμη και οι πιο ευγενείς τον έτρεμαν στη μάχη, όταν τον έβλεπαν να φοράει τα όπλα του Λυκούργου. Όμως ο Νέστορας, νέος τότε, με τη βοήθεια της Αθηνάς κατάφερε να σκοτώσει τον Ερευθαλίωνα. Καμάρωνε, λοιπόν, ο γέροντας για τα κατορθώματα της νιότης του, αλλά και λυπόταν βαθιά που δεν είχε πλέον τις δυνάμεις για να μονομαχήσει ο ίδιος με τον Έκτορα. Καλούσε τους νεαρούς Αχαιούς να μην κάνουν πίσω και να μη φοβηθούν την ανδρεία του Έκτορα. Με τη σύντομη αυτή ιστορία, ο Όμηρος μας πληροφορεί για τη χρήση ενός τρομερού όπλου στα χρόνια του Τρωικού πολέμου, με το οποίο ο πολεμιστής μπορούσε να διασπά τις εχθρικές φάλαγγες. Αυτό το φοβερό όπλο ήταν φτιαγμένο από σκληρό σίδηρο, δηλαδή από ατσάλι.
5) Στη ραψωδία Σ, στο στίχο 34, αναφέρεται μια άλλη περίπτωση χρήσης του σιδήρου, ή καλύτερα του ατσαλιού, ως όπλου. Ο γενναίος Αχιλλέας, που βρίσκεται μακριά από τη μάχη μετά την έντονη διαμάχη του με τον Αγαμέμνονα, διακατέχεται από μαύρες σκέψεις και προαισθήματα για την τύχη των Ελλήνων, τους οποίους παρακολουθεί από μακριά να υποχωρούν, και φοβάται για την τύχη του αγαπημένου φίλου του, του Πατρόκλου.
Τα άσχημα νέα δεν αργούν να έρθουν. Σε λίγο φθάνει με την ψυχή στο στόμα ο αγγελιοφόρος Αντίλοχος, γιος του Νέστορα, και του ανακοινώνει το χαμό του Πατρόκλου. Η απελπισία του Αχιλλέα φθάνει στο αποκορύφωμά της και η περιγραφή της οδύνης του από τον ποιητή είναι συγκλονιστική. Ο Αντίλοχος τον κοιτάζει με δέος και του κρατά τα χέρια γιατί φοβάται μήπως κόψει το λαιμό του με σιδερένιο μαχαίρι. Εδώ αξίζει να αναφέρω μια παλιά μετάφραση του Αλέξανδρου Πάλλη, φίλου και θαυμαστή του Ψυχάρη, στον οποίο ο τελευταίος αφιερώνει το μεταφραστικό έργο του.
Ας τη διαβάσουμε:
«. . .Είπε (ο Αντίλοχος), κι εκείνον (τον Αχιλλέα) καταχνιά σκεπάζει μάβρης νύχτας/ και στάχτη αρπάζει με τις διο χούφτες και τη ρίχνει/ στην κεφαλή ασκημίζοντας την όψη την πανώρια! κι η στάχτη γύρω κάθουνταν στ’ αφρόφαντο χλαμύδι./ Και στρώθηκε μακρύς πλατύς στις σκόνες ξαπλωμένος/ και σπούσε χάμου, ρήμαζε, την κόμη με τα χέρια. Κι οι σκλάβες, πούχαν πάρει οι διο αντάμα πολεμώντας/ ξεφώνισαν απ’ τον καημό των σπλάχνων τους, κι όξω άλλες/ τρέξανε γύρω του χτυπώντας με τα χέρια! τ’ αφράτα στήθια, κι έπεφταν λιγόθυμες μια μια τους! Θρήναε και του Νέστορα ο γιος δακρολογώντας δίπλα/ κι ενώ εκεινού η αντρόπλαστη βόγκαε καρδιά, τα χέρια/ τον βάσταε, μπας και το λαιμό του θερίσει με το λάζο. . .»
Πέρα από την απόδοση του αρχαίου κειμένου στη σύγχρονη γλώσσα μας, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο Πάλλης δεν αναφέρει τι είδους μαχαίρι θα χρησιμοποιούσε στην απελπισία του ο Αχιλλέας για να θέσει τέρμα στη ζωή του μετά το χαμό του φίλου του. Το αρχαίο κείμενο ωστόσο είναι σαφές και κάνει λόγο για σιδερένιο μαχαίρι: «... δείδιε γαρ μη λαιμόν απαμήσειε σιδήρω». Ο φιλόλογος μεταφραστής ενδιαφέρεται κυρίως για το δράμα τού ήρωα και την πιθανή αυτοκτονία του παρά για το είδος του μαχαιριού. Εμείς όμως πρέπει να το σημειώσουμε, γιατί δείχνει πόσο επηρεασμένος από την εποχή του είναι ο Όμηρος, ώστε να αναφέρει τη χρήση του σιδερένιου όπλου στη μυκηναϊκή εποχή.
Αντίθετα, οι Ν. Καζαντζάκης και Ι. Θ. Κακριδής το αποδίδουν σωστά στη μετάφρασή τους: «... Θρηνούσε κι απ’ την άλλη ο Αντίλοχος, πνιγμένος μες στο κλάμα/ τον Αχιλλέα στα χέρια πιάνοντας-κι αυτός βαριά εβογγούσε-/ τι έτρεμε μπας και με το σίδερο θερίσει το λαιμό του. . . »
Τέλος, στη ραψωδία Ψ, η οποία είναι αφιερωμένη στο θρήνο του Αχιλλέα και των συντρόφων του για την απώλεια του Πατρόκλου, αλλά και στη διοργάνωση αγώνων προς τιμήν του αδικοσκοτωμένου ήρωα, γίνεται και πάλι λόγος για τη χρήση σιδερένιων όπλων. Στους στίχους 29 και 30 ο ποιητής μιλά για τις προσφορές ζώων, οι οποίες συνηθίζονταν σε τέτοιες περιπτώσεις: «... πολλά βόδια γυαλιστερά βρυχόνταν γύρω από το σιδερένιο μαχαίρι, που σφάζονταν. . .»
Εδώ, ο μεταφραστής δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι το μαχαίρι ήταν σιδερένιο, δίνοντας συνάμα την πληροφορία για τη χρήση του σιδερένιου όπλου — ένδειξη ότι η μεταλλουργία του σιδήρου ήταν ανεπτυγμένη κατά την ομηρική εποχή.

Κύανος, ένας βαμμένος χάλυβας;

ραψωδία Λ σε δύο περιπτώσεις αναφέρεται ένα περίεργο υλικό, ο κύανος, το οποίο θα μπορούσε να παραπέμπει σε χάλυβα βαμμένο με κυανό χρώμα. Είναι αλήθεια ότι ο χάλυβας μετά τη βαφή, δηλαδή την απότομη ψύξη, ενώ βρίσκεται σε μια υψηλή θερμοκρασία, μέσα σε κρύο νερό ή λάδι και στη συνέχεια την αναθέρμανσή του σε χαμηλές θερμοκρασίες, όχι πάνω από 400°C, αποκτά ωραία χρώματα, όπως μελιτζανί ή κυανό. Μήπως, λοιπόν, πρόκειται για χάλυβα που είχε υποστεί μια τέτοια κατεργασία; Το λεξικό των Liddell και Scott σημειώνει με επιφύλαξη ότι μπορεί να πρόκειται για βαθυγάλαζο χάλυβα («blue steel»). Ενδιαφέρουσα είναι και η άποψη που διατυπώνει ο Κ. Δ. Ζέγγελης, καθηγητής Ανόργανης Χημείας, μέλος και πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών το 1927, στο σημαντικό βιβλίο του Η επιστήμη της φύσεως παρ’ Ομήρω. Ο Ζέγγελης θεωρεί πιθανότερο ο κύανος να είναι ένα «είδος χάλυβος, αφού και κυανομέλαν είχε χρώμα, ήτο δε και η βαφή του σιδήρου τότε γνωστή».
Στη ραψωδία Λ (στίχοι 25-35), λοιπόν, ο Αγαμέμνονας, αφού κάλεσε τους Αργείους να ετοιμαστούν για μια από τις φονικές μάχες γύρω από τα τείχη της Τροίας, ετοιμάζεται και ο ίδιος. Φορά πρώτα ένα θώρακα που του τον είχε χαρίσει ο Κινύρας, ένας ήρωας και πάμπλουτος ηγέτης της Κύπρου. Ο θώρακας ήταν στολισμένος, όπως συνηθιζόταν, με διάφορα όμορφα στολίδια «. . .με δέκα ταινίες μαύρο ύφασμα (... δέκα οίμοι έσαν μέλανος κυάνοιο...) δώδεκα με χρυσό και είκοσι με κασσίτερο (δώδεκα δε χρυσοίο και είκοσι κασσιτέροιο. . .)». Εδώ, ο μεταφραστής αποδίδει τη λέξη «κυάνοιο» ως μαύρο ύφασμα. Έχοντας, όμως, υπόψη μας ότι όλα τα άλλα στολίδια του θώρακα ήταν από χρυσό και κασσίτερο, δηλαδή από μέταλλα, φαίνεται τουλάχιστον αταίριαστο οι δέκα ταινίες να ήταν από απλό μαύρο ύφασμα. Ίσως να επρόκειτο για κάποια άλλη ουσία ή ορυκτό. Οι Liddell και Scott αναφέρουν ότι ίσως ήταν μια σκοτεινόχρωμη κυανή ουσία με την οποία στόλιζαν έργα μεταλλοτεχνίας.
Στην ίδια πάντοτε ραψωδία (Λ 31-35), ο Όμηρος συνεχίζει την περιγραφή της όμορφης και εντυπωσιακής πανοπλίας του Αγαμέμνονα: «... Πήρε και την περίτεχνα κατασκευασμένη ορμητική ασπίδα που καλύπτει τον άντρα, την ωραία, γύρω από την οποία ήταν δέκα χάλκινοι κύκλοι και πάνω της ήταν είκοσι λευκοί αφαλοί από κασσίτερο και στο μέσο υπήρχε αφαλός από μαύρο ύφασμα. Τη στεφάνωνε η αγριωπή Γοργώ ρίχνοντας βλέμματα, και γύρω ήταν ο Δείμος και ο Φόβος. Σ’ αυτήν ήταν στερεωμένος ασημένιος τελαμώνας και πάνω του περιστρεφόταν υφασμάτινος δράκοντας με τρία κεφάλια, φυτρωμένα στον ίδιο λαιμό».
Αρχαίο κείμενο: «...αν δ’ έλετ’ αμφιβρότην πολυδαίδαλον ασπίδα θούριν/ καλήν, ην πέρι μεν κύκλοι δέκα χάλκεοι ήσαν,/ εν δε οι ομφαλοί ήσαν είκοσι κασσιτέροιο/ λευκοί, εν δε μέσοισιν έην μέλανος κυάνοιο/ τη δ’ επί μεν Γοργώ βλοσυρώπις εστεφάνωτο/ δεινόν δερκομένη, περί δε Δείμος τε Φόβος τε,/ της δ’ εξ αργύρεος τελαμώνην, αυτάρ επ’ αυτού/ κυάνεος ελέλικτο δράκων, κεφαλαί δε οι ήσαν τρεις αμφιστρεφέες ενός αυχένος εκπεφυυίαι...»
Και σε αυτή την περίπτωση ο μεταφραστής αποδίδει τον κύανο ως ύφασμα. Και πάλι αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν σε μια τέτοια ασπίδα, έτοιμη να δεχτεί τα φοβερά χτυπήματα ενός εχθρικού σπαθιού ή κονταριού, να υπάρχει διακόσμηση με ύφασμα. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι μάλλον επρόκειτο για κάποιο άλλο σκληρό και ανθεκτικό υλικό και όχι για ένα απλό ύφασμα το οποίο θα σχιζόταν στην πρώτη σύγκρουση. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αν τελικά ο κύανος ήταν βαμμένος χάλυβας, αφού, όπως είναι γνωστό, οι αρχαίοι δεν χρησιμοποιούσαν ειδικούς όρους για τα κράματα του χαλκού με κασσίτερο και για το βαμμένο χάλυβα. Όταν μιλούσαν για χαλκό εννοούσαν και τα κράματά του με κασσίτερο, δηλαδή το κρατέρωμα ή μπρούντζο. Αντίστοιχα, όταν αναφέρονταν στο σίδηρο εννοούσαν και το κράμα σιδήρου και άνθρακα, δηλαδή το χάλυβα (ατσάλι), βαμμένο ή όχι. Η μελλοντική έρευνα πιθανόν να μας αποκαλύψει τι είδους υλικό ήταν ο κύανος.


Υ.Γ. Το έργο του Κου Βαρουφάκη είναι γεμάτο με χρήσιμες υποσημειώσεις οι οποίες κατευθύνουν τον αναγνώστη για την καλύτερη κατανόησή του.


Πηγή:* Το πανέμορφο και καλαίσθητο βιβλίο του επίκουρου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Κου Βαρουφάκη Γιώργου, Η ιστορία του σιδήρου από τον Όμηρο στον Ξενοφώντα, από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ Ομηρούπολη Ονειρούπολη