Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Άθλα επί Πατρόκλω

Η πάλη ανάμεσα στον Οδυσσέα και τον Αίαντα προς τιμή του νεκρού Πατρόκλου. The wrestling match between Ulisses and Ajax at the funeral games of Patrocolus.

Η πάλη ανάμεσα στον Οδυσσέα και τον Αίαντα προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου

Η πάλη ήταν πολύ δημοφιλής στην αρχαία Ελλάδα γι' αυτό και ήταν ανάμεσα στα αγωνίσματα που δόθηκαν προς τιμήν του αποθανόντος ήρωα του Τρωικού πολέμου και παιδικού φίλου του Αχιλλέα, του Πατρόκλου τα γνωστά ως «άθλα επί Πατρόκλω».
Κατά την πολιορκία της Τροίας ο Αχιλλέας, λόγω της φιλονικίας του με τον αρχηγό της εκστρατείας των Αχαιών τον Αγαμέμνονα αποσύρθηκε στο στρατόπεδό του. Όταν όμως οι Αχαιοί πιέζονταν από τους Τρώες, ο Πάτροκλος ζήτησε από τον φίλο του Αχιλλέα να του δώσει τα όπλα του για να νομίσουν οι Τρώες ότι ξαναμπήκε στον πόλεμο. Ο Αχιλλέας δέχτηκε και έδωσε τα όπλα με τη ρητή εντολή στον Πάτροκλο, να μην περάσει τον περίβολο του στρατοπέδου των Αχαιών. Ο Πάτροκλος μπήκε στη μάχη ανδραγαθεί, αλλά ξεχνά την εντολή του Αχιλλέα και βγαίνει στην πεδιάδα. Ο Απόλλωνας φανερώνει στον Έκτορα ότι κάτω από την πανοπλία του Αχιλλέα είναι ο Πάτροκλος και τον βοηθά να τον σκοτώσει. Γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου γίνεται μάχη ανάμεσα σε Αχαιούς και Τρώες και τελικά ο Αίαντας καταφέρνει να αποσπάσει το νεκρό από τους Τρώες.
Ο Αχιλλέας θρηνεί για το θάνατο του φίλου του και δηλώνει αποφασισμένος να πάρει εκδίκηση. Μπαίνει στη μάχη και καταδιώκει τους Τρώες που κλείνονται στα τείχη εκτός από τον Έκτορα που μένει έξω περιμένοντας τον Αχιλλέα που με τη βοήθεια της θέας Αθηνάςύστερα από σύντομο αγώνα το σκοτώνει και σύρει το πτώμα του γύρω από τα τείχη. Ο Αχιλλέας επιστρέφει στο στρατόπεδο και η σωρός του Πατρόκλου αποτεφρώνεται.
Προς τιμήν του νεκρού οργανώθηκαν λαμπροί επιτάφιοι αγώνες τα λεγόμενα "άθλα επί Πατρόκλου" με πλούσια βραβεία που αθλοθέτησε ο Αχιλλέας. Οι αγώνες ήταν:Αρματοδρομία, πυγμαχία, πάλη, αγώνας δρόμου, κονταρομαχία, σφαιροβολία, τοξοβολία και ακοντισμός.
Για τον αγώνα της πάλης αντίπαλοι ήταν ο Οδυσσέας και ο Αίας ο Τελαμώνιος.
Ο γιός του Λαέρτη Οδυσσέας ο μυθικός βασιλιάς της Ιθάκης ήταν από τους βασικούς Αχαιούς ήρωες στον Τρωικό Πόλεμο, γνωστός για την πονηριά και εφευρετικότητά του. Χάρης στον Δούρειο Ίππο του οι Έλληνες πήραν την Τροία.
Ο Αίαντας ήταν γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας. Επειδή ήταν πελώριος στο ανάστημα, ονομάστηκε Αίαντας ο μεγάλος. Έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 12 πλοία και άσκησε τη διοίκηση του ελληνικού στόλου μαζί με τον Αχιλλέα. Στην Ιλιάδα παρουσιάζεται ως ο δεύτερος πιο ανδρείος Αχαιός μετά τον Αχιλλέα.
Οι αγώνες άρχισαν με την αρματοδρομία και την πυγμαχία για τους οποίους δόθηκαν από τον Αχιλλέα διάφορα βραβεία. Τρίτη ακολούθησε η πάλη ανάμεσα στους δύο ήρωες που περιγράφεται στην Ψ' ραψωδία της Ιλιάδας (στίχους 700-739 εδώ σε μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά):
Τα τρίτα ευθύς ο Αχιλλεύς κατέθεσε βραβεία
του τρομερού παλαίσματος και τα 'δειχνεν εις όλους.
Σ' όποιον νικήσει τρίποδα μεγάλον πυροστάτην
που να 'χει βόδια δώδεκα οι Αχαιοί λογιάζαν.
Και μίαν κόρην έθεσε σ' έργα πολλά τεχνίτραν,
που είχε βόδια τέσσερα, να λάβει ο νικημένος.
Και ορθός στην μέσην έλεγεν (ο Αχιλλέας):
«Ας σηκωθούν εκείνοι
που θέλουν να δοκιμασθούν και εις τούτον τον αγώνα».
Και ο μέγας εσηκώθη ευθύς, ο Τελαμώνιος Αίας
και ο πολύνους Οδυσσεύς τεχνάσματα γεμάτος.
Ζωσμένοι αφού προχώρησαν του κύκλου αυτού στην μέσην
επιάσθηκαν αγκαλιαστά με τα βαριά τους χέρια,
ως όταν άξιος ξυλουργός ψαλίδες σφικτοδένει
σ' υψηλό δώμα, ακλόνητος απ' τες ανεμοζάλες.
Και ως τες τραβούσαν δυνατά τα λυσσερά τους χέρια
τρίζαν οι πλάτες φοβερά και ίδρωτες ερρέαν,
βαμμένες αίμα στα πλευρά, στους ώμους φουσκαλίδες
πυκνές ανασηκώνονταν, κι εκείνοι μανιωμένοι
για τον ωραίον τρίποδα με πείσμα αγωνιζόνταν.
Μήτ' ο Οδυσσέας δύνονταν1 τον Αίαντα να ρίξει
και μήτ' ο Αίας δύνονταν, τόσ' ήταν του Οδυσσέως
η δύναμη αδάμαστη, κι εβάρυναν τα πλήθη
και τότε ο μέγας του 'λεγεν ο Τελαμώνιος Αίας:
«Λαερτιάδη2 ευρετικέ, διογέννητ' Οδυσσέα,
ή σήκωνέ με ή σένα εγώ. Κι έπειτ' ας κάμει ο Δίας».
Είπε και τον εσήκωσε. Δεν αστοχά τους δόλους
ο Οδυσσεύς και τον κτυπά στο κούφιο του γονάτου.
Έπεσε αυτός τ' ανάσκελα, μαζί του και ο Οδυσσέας
κατάστηθα κι εθαύμαζαν ολόγυρα τα πλήθη.
Δεύτερος ο πολύπαθος τον σήκωνε Οδυσσέας,
τον ακροκίνησε απ' την γη, χωρίς να τον σηκώσει,
αλλά τον επεδίκλωσε κι έπεσαν εις το χώμα
κι ελέρωσαν τα μέλη τους, πλάγι με πλάγι οι δυο
και σηκωμένοι θ' άρχιζαν τρίτην φοράν την πάλην.
Αλλ' εσηκώθη κι έκαμε να μείνουν ο Πηλείδης3:
«Αρκεί, μη αντιστυλώνεσθε και μη ταλαιπωρείσθε.
Και οι δυο νικάτε. Και όμοια θα πάρετε βραβεία.
Αμέτε και άλλοι Αχαιοί ν' αγωνισθούν είν' ώρα».
Είπε κι εκείν' υπάκουσαν και αφού καθαρισθήκαν
από την σκόνην πέρασαν στο σώμα τους χιτώνες.

Ο αγώνας λοιπόν έληξε και με τους δύο νικητές. Η πάλη ήταν ο κατεξοχήν αγώνας που οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν πως ταίριαζε στους ήρωες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εδώ Ομηρούπολη Ονειρούπολη