Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Ἀπόλογοι: Νέκυια


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ JAN STYKA

ΟΤΑΝ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ καὶ οἱ ἑταῖροι ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὸν Ἅδη στὸ νησὶ τῆς Αἴας, ἡ Κίρκη στολισμένη ἔρχεται νὰ τοὺς προϋπαντήσει. Γιὰ νὰ χαλαρώσουν ἀπὸ τὴν ἀφύσικη προηγούμενη περιπέτειά τους, τοὺς καλεῖ σὲ ἀνα­κουφιστικὸ γεῦμα μὲ τὴν ἑπόμενη προσφώνηση: Σχέτλιοι, οἳ ζώοντες ὑπήλθετε δῶμ' Ἀΐδαο, / δισθανέες, ὅτε τ' ἄλλοι ἅπαξ θνήσκουσ' ἄνθρωποι (μ 21-2). Ἂν τὸ κατηγορούμενο σχέτλιοι παίζει ἀνάμεσα στὶς σημασίες «καρτερι­κός», «σκληρός», «ἀπόκοτος», τὸ ἅπαξ λεγόμενο στὸν Ὅμηρο ἐπίθετο δι­σθανέες σημαίνει ξεκάθαρα «δυὸ φορὲς ἀποθαμένοι» - ἡ δαιμονικὴ θεὰ ἐξηγεῖ μόνη της τὸν λόγο τῆς ἀνήκουστης αὐτῆς ἀποστροφῆς: οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι πεθαίνουν μιὰ φορά, ἐσεῖς δύο. Σ' αὐτὴν τὴ μοναδικὴ προσφώνη­ση τῆς Κίρκης συμπυκνώνεται τὸ βαθύτερο νόημα τῆς «Νέκυιας».

Ὁ Ὀδυσσέας δὲν εἶναι ὁ πρῶτος μήτε ὁ μόνος ποὺ κατέβηκε ζωντανὸς στὸν Ἅδη: τὸν πρόλαβε ὁ Ἡρακλῆς, ὅπως τὸ ὁμολογεῖ καὶ μόνος του στὸ τέλος τῆς ἑνδέκατης ραψωδίας, ἐντεταλμένος ἀπὸ τὸν Εὐρυσθέα νὰ φέρει στὸν πάνω κόσμο τὸν Κέρβερο - ἄθλος ἀκατόρθωτος, ποὺ τὸν κατόρθωσε ἐντούτοις ὁ Ἡρακλῆς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἑρμῆ καὶ τῆς Παλλάδας Ἀθηνᾶς. Πασίγνωστη εἶναι ἡ κατάβαση καὶ τοῦ Ὀρφέα στὸν Ἅδη, λιγότερο γνωστὴ ἡ κάθοδος τοῦ Θησέα μὲ σύντροφό του τὸν Πειρίθοο. Μόνο ποὺ οἱ δύο αὐτὲς παραδόσεις εἶχαν ἄδοξο τέλος: ἡ Εὐρυδίκη ἐξανεμίζεται καθ' ὁδὸν ἀπὸ τὴν ἀνυπομονησία τοῦ Ὀρφέα· ἀντὶ νὰ φέρει στὸν πάνω κόσμο τὴν Περσεφόνη ὁ Θησέας, παγιδεύεται ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν Πλούτωνα στὸν κάτω κόσμο, ὅπου καὶ θὰ ἔμενε γιὰ πάντα, ἂν δὲν τὸν ἐλευθέρωνε ὁ Ἡρακλῆς -μοίρα ποὺ χτύπησε τὸν σύντροφο Πειρίθοο.

Τοῦ Ὀδυσσέα ὡστόσο ἡ φριχτὴ ἐπίσκεψη στὸν κόσμο τῶν νεκρῶν διαφέ­ρει ἀπὸ τὶς ὁμόλογές της τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸ κίνητρο καὶ τὸν στόχο της: μὲ ἐντολὴ τῆς Κίρκης ἔρχεται ὁ ἥρωας στὸν Ἅδη, νὰ πάρει χρησμὸ ἀπὸ τὸν νεκρὸ πιά, ἀλλὰ κατ' ἐξαίρεση ἔμφρονα, μάντη Τειρεσία· νὰ μάθει τὸ τέλος τοῦ ἀσυντέλεστου ἀκόμη νόστου του. Πρόκειται γιὰ ἕνα εἶδος νεκρομαντεί­ας, ὅπου ὅμως νόστος καὶ θάνατος ἀνταλλάσσονται μεταξύ τους: γιὰ νὰ νοστήσει ὁ Ὀδυσσέας στὴν Ἰθάκη, πρέπει πρῶτα νὰ πεθάνει ζωντανὸς - νὰ γίνει δισθανής, ὅπως τὸ λέει ἡ Κίρκη.

Οι Πύλες του Άδη


Odysseus in Hades, William Russell Flint

Ταξίδι στον Άδη
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ στον Άδη ετοιμάστηκε από τους θεούς κρυφά, στα βάθη της Οδύσσειας, ενώ ο Οδυσσέας και οι αναγνώστες αγνοούσαν τι συνέβαινε. Η απόφαση ανήκει στον Δία, η Περσεφόνη συγκατανεύει, αφού στέλνει μέχρι τον λάκκο, ο οποίος είναι γεμάτος αί­μα, τον χορό των αρχαίων ηρωίδων, και η Κίρκη συμβου­λεύει και καθοδηγεί, έστω και από απόσταση.(63) Οι θεοί αποφασίζουν να αποκαλύψουν στον Οδυσσέα το πεπρω­μένο του, να του δείξουν το βασίλειο του θανάτου και μέ­σα απ' αυτόν, να το αποκαλύψουν στον «δεύτερο Όμηρο» και σ' όλους εμάς.
Ενώ αναχωρεί για τον Άδη, ο Οδυσσέας κλαίει και θέ­λει να πεθάνει, γιατί είναι ο πρώτος άνθρωπος που κάνει το ταξίδι στο βασίλειο των νεκρών. Όταν επιστρέφει, η Κίρκη τον στεφανώνει μ' έναν θριαμβικό χαιρετισμό:
Παράτολμοι,εσείς που ζώντες κατεβήκατε στον Αδη·
οι πεθαμένοι δυο φορές, όταν οι άλλοι μια φορά
πεθαίνουν.(64)
Κατά πάσα πιθανότητα η Κίρκη ψεύδεται. Γνωρίζει πολύ καλά ότι πριν από τον Οδυσσέα δύο άλλοι ήρωες εί­χαν κατέβει στον Άδη: ο Πειρίθους και ο Θησέας. Ο Πειρίθους ήθελε να παντρευτεί την Περσεφόνη και ο Θησέας τον συνόδευσε ως εκεί. Και οι δύο έφτασαν στα βάθη του Άδη και έλαβαν μέρος σ' ένα συμπόσιο, ως φιλοξενούμε­νοι, μαζί με τους θεούς του σκότους. Αλλά τους εξαπά­τησαν: ο Άδης τους έβαλε να καθίσουν στον θρόνο της Λησμονιάς (μια λέξη που ο Οδυσσέας θα αγαπούσε), όπου οι δύο ήρωες έμειναν «κολλημένοι, δεμένοι με οφιοειδή δεσμά». Ο Πειρίθους έμεινε φυλακισμένος για πάντα στον Άδη και στη Λησμονιά, ενώ ο Ηρακλής ξύπνησε τον Θησέα από τη λήθη και τον οδήγησε στην Αθήνα.(65)
Ένας ακόμη ήρωας κατέβηκε στον Άδη πριν από τον Οδυσσέα, ο Ηρακλής, αλλά αυτός, στην Οδύσσεια, είναι ταυτοχρόνως χθόνια και θεϊκή μορφή του Ολύμπου. Τον είχαν συνοδεύσει η Αθηνά και ο Ερμής κι έπρεπε να ελευθερώσει τον Θησέα και να δαμάσει τον Κέρβερο. Θύμα της ύβρεώς του, εισέβαλε βίαια στον Άδη με το σπαθί υψωμένο ενάντια στο φάσμα της Γοργούς, παραβιάζοντας τα μυστικά του σκότους. Ξύπνησε τον Θησέα και νίκησε τον Κέρβερο. Και στην Οδύσσεια επίσης, ο Ηρακλής κυ­ριεύεται από ασυγκράτητη βία. Όπως ο Απόλλωνας στην αρχή της Ιλιάδας, είναι «όμοιος με τη νύχτα»: σφίγγει το τόξο με το βέλος στη χορδή, φέρει στο στήθος του χρυσή ταινία στολισμένη με σκηνές θηρίων και φόνων, και τριγυρίζεται από ένα μονότονο σκούξιμο τρομαγμένων ί­σκιων.(66)
Το ταξίδι του Οδυσσέα είναι σύντομο. Σε λίγες ώρες, το καράβι αφήνει τις ακρότατες ανατολικές θάλασσες, μπαίνει στον Ωκεανό, περιπλέει το βόρειο τμήμα της σφαίρας και το βράδυ φτάνει στον Άδη.(67) Σχεδόν ολόκληρο το ταξίδι γίνεται κάτω από το προστατευτικό σημείο του Ω­κεανού: ο μέγας ποταμός, όμοιος με φίδι ουροβόρο (ouro-boros), που τυλίγει τη γη με την ασταμάτητη ροή του και την ποτίζει με τα νερά του. Έχει την αρετή της ζωής και της αιώνιας γονιμότητας. Κάθε βράδυ ο ήλιος πέφτει εκεί και κάθε αυγή ξαναβγαίνει, εκεί υψώνονται τα Ηλύσια Πεδία, η χώρα των Εσπερίδων και οι χώρες των Αιθιό­πων, όπου ο Ωκεανός στέλνει τους ανέμους και τις γονιμοποιητικές πνοές και κάνει να φυτρώσει μια πλούσια χλωρίδα. Μέσα από υπόγειες διαδρομές, τα νερά του τροφοδοτούν τις πηγές και τα ποτάμια, ταΐζουν τη γη, μας εξαγνίζουν και μας βαφτίζουν στην αρχέγονη ουσία. Και η αμβροσία ακόμη, η τροφή των θεών, προέρχεται από τον Ωκεανό και τα περιστέρια τη μεταφέρουν με το ράμ­φος τους στον Δία, προσφέροντας στους θεούς την αθα­νασία.(68)
Ο Οδυσσέας διατρέχει τον Ωκεανό και ενδεχομένως διακρίνει από μακριά τα Ηλύσια Πεδία, την εικόνα της ευτυχισμένης ύπαρξης, απ' την οποία εκείνος βρίσκεται τόσο μακριά. Διασχίζοντας τα νερά της αιώνιας γονιμότητας, φτάνει στο αντίθετό τους, στον Άδη, τον τόπο της στειρότητας και του απόλυτου θανάτου. Κατά τη δύση, το καράβι προσεγγίζει τη χώρα των Κιμμερίων, τυλιγμένη στην ομίχλη και στα αδιαπέραστα σύννεφα, όπου ο ήλιος δεν διεισδύει ποτέ. Ο Οδυσσέας άγγιξε το βασίλειο του «ολέθριου σκότους»(69) και μένει εκεί για μια νύχτα. Όταν πλησιάζει στον Άδη, καμιά φωτιά, κανένα φως δεν τον φωτίζει: βασιλεύει η έντονη μυρωδιά των φασμάτων και δεν αντιλαμβάνεται, δεν βλέπει τίποτε - ούτε τον Τει­ρεσία ούτε τη μάνα του, ούτε τον Αχιλλέα, τον Μίνωα ή τον Ωρίωνα, που βρίσκονται πιο πέρα. Μονό η αγάπη του Ομήρου για την αναληθοφάνεια του επιτρέπει να δει τα φάσματα και να μας μιλήσει γι' αυτά.
Κατ' αρχάς ο Οδυσσέας φτάνει κοντά στα δάση της Περσεφόνης και αντικρίζει τις λεύκες, ένα δέντρο χθό­νιο, και τις ιτιές, ένα φυτό στείρο, του οποίου οι καρποί δεν ωριμάζουν: στείρο, σαν το βασίλειο των νεκρών, ένα φυτό το οποίο, κατά την κλασική ιατρική, φέρνει το τέ­λος της ερωτικής επιθυμίας και τη διακοπή της κύησης.(70) Κοντά στα δάση της Περσεφόνης εκβάλλουν τα ποτάμια του Άδη: ο Αχέροντας, ο Πυριφλεγέθων, ο Κωκυτός, η Στύγα: το «ποτάμι του πόνου», το «ποτάμι που λάμπει σαν τη φωτιά», «το ποτάμι του παράπονου», «το ποτάμι του μίσους και της ανατριχίλας», που όλα χύνονται με πά­ταγο το ένα μέσα στ' άλλο. Κατά τη νυχτερινή επίσκεψη του Οδυσσέα πρέπει στο βάθος να φανταστούμε, αν και το κείμενο δεν κάνει κανέναν υπαινιγμό, τον εκκωφαντικό θόρυβο των νερών.
***
Στους μυημένους δείχνουν ένα στάχυ υψωμένο. Αυτή η ελευσίνια τελετουργία είναι ένα από τα σύμβολα του ελ­ληνικού και του χριστιανικού πολιτισμού, καθώς γύρω από τούτη την κίνηση συγκεντρώνονται οι φράσεις όλων των εποχών: «Από τους νεκρούς προέρχεται η θρέψη, η ανά­πτυξη και ο σπόρος»· «ο θάνατος για τους θνητούς δεν είναι κακό, αλλά αγαθό»· «εκείνο που σπέρνεις δεν ζωο-ποιείται, αν πριν δεν πεθάνει»· «αληθινά, αληθινά, σας λέω: εάν ο σπόρος του σταριού που πέφτει στη γη δεν πεθάνει, απομένει μόνος· αν αντιθέτως πεθάνει φέρει πο-
λύν καρπό».71 Όλα, στον λόγο κάθε εποχής και κάθε πο­λιτισμού, δοξάζουν τον κύκλο θάνατος-ανάσταση, κάτω από τον αστερισμό του οποίου γεννιέται η Δύση. Πρέπει να σαπίσουμε, σαν τους νεκρούς σπόρους, γιατί μόνο αν πεθάνουμε, από τη γη και από μας τους ίδιους θα ανα­πτυχθεί ο νέος σπόρος ο οποίος μας εξασφαλίζει τα σπέρ­ματα που έχουμε ανάγκη. Δίχως αυτή την παραδοχή και τη μεταμόρφωση του θανάτου, η Δύση δεν θα είχε μάθει την τέχνη της οδυνηρής και χαρούμενης μεταμόρφωσης. Η Ελευσίνα και οι ποιητές μας διαβεβαιώνουν ότι εκεί κάτω, μέσα στη νύχτα, υπάρχει μια νέα αρχή, μια ευτυ­χισμένη ζωή, μια ελπίδα κι ένα φως, ένα «μέγα φως», «ένα θαυμαστό φως», που φωτίζει τη νύχτα.
Αγνοούμε αν ο Όμηρος γνωρίζει αυτές τις εικόνες, ή ένα μέρος τους. Στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια δεν βρί­σκουμε ίχνη τους, αν και ο Όμηρος γνωρίζει πολλά πράγ­ματα στα οποία δεν αναφέρεται ούτε καν για να τα αρνη­θεί, ή αρνείται εντελώς την αναπαράστασή τους. Ο ποιη­τής έχει δύο αντιθετικές εικόνες για το πέραν του τάφου. Η πρώτη μας αποκαλύπτεται συνοπτικά από τον Πρω-τέα: μακριά, στα Ηλύσια Πεδία, εκτυλίσσεται η ίδια ζωή την οποία ο Ησίοδος τοποθετεί στις Νήσους των Μακά-ρων: κάποιοι ήρωες ζουν μια ευτυχισμένη και αθάνατη ζωή, σ' ένα νησί δίχως χειμώνα, βροχές και χιόνια, που γονιμοποιείται από τα νερά και τις ηχερές πνοές του Ωκε­ανού.72 Εκτός απ' την Ελένη, τον Μενέλαο και τον Ραδά-μανθυ, δεν ξέρουμε ποιος άλλος κατοικεί εκεί. Η δεύτε­ρη εικόνα είναι εκείνη που δίνεται στην ενδέκατη ραψω­δία της Οδύσσειας. Δεν υπάρχει ζωή, ούτε νέα αρχή, ούτε ευτυχία, ούτε φως, όπως μαθαίνουμε και από τις παραδό­σεις που βρίσκουν την υψηλότερη έκφραση τους στον Πίν-δαρο και τον Σοφοκλή. Ο Άδης, στον οποίο ο Οδυσσέας θα εισέλθει σε λίγο, είναι ο πλέον τρομακτικός τόπος που μπόρεσε ποτέ να παραστήσει η Δύση. Μόνο στειρότητα, ίσκιοι, σκότος, απολίθωση· ούτε καν ένα ελάχιστο ίχνος μνήμης ή ελπίδας, ούτε καν ένα ελάχιστο σημάδι ότι βρι­σκόμαστε στη διαδικασία του θανάτου και της ανάστα­σης. Το να φανταστεί κανείς ένα τοπίο φτιαγμένο μόνο από θάνατο είναι αδύνατο, γιατί η ανθρώπινη φαντασία είναι υποχρεωμένη να βάλει έστω και μια πινελιά φωτός. Ο Όμηρος όμως το κατορθώνει με μια τρομακτική συνέ­πεια.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Ηρακλέους Στήλας


Στήλαι  Αθλοφόρων Πολεμιστών

Στην ελληνική μυθολογία Ηράκλειες στήλες , (Ἡρακλέους στήλας), ήταν δύο στύλοι που είχε στήσει οΗρακλής όταν πήγε τα μήλα των εσπερίδων στον Ευρυσθέα.΄
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι βρίσκονταν στην Ιβηρική χερσόνησο και στο σημερινό Γιβραλτάρ. Εκεί πίστευαν ότι ήταν η άκρη του κόσμου. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα  στο στόμιο του πορθμού που βρίσκονταν οι στήλες υπήρχε μεγάλο νησί δίνοντας αρκετές πληροφορίες για αυτό, κάνοντας μερικούς ερευνητές σήμερα να πιστεύουν ότι ήταν η χαμένη Ατλαντίδα. Οι στήλες του Ηρακλή , γνωστές και ως Ηράκλειες Στήλες, είναι ίσως οι παλαιότερες φρυκτωρίες. Τις στήλες αυτές τις έστησε στις δύο κωμοπόλεις που έχτισε ο ίδιος ο Ηρακλής στις δύο αντικριστές ακτές του σημερινού Γιβραλτάρ. Η μία ήταν στη Αβύλη, στην πλευρά της Αφρικής, και η άλλη στα Γήδειρα στην πλευρά της Ευρώπης. Η επικρατέστερη άποψη δηλαδή για το τι ακριβώς ήταν οι Ηράκλειες στήλες είναι πως πρόκειται για φάρους που ειδοποιούσαν τα πλοία για το σημείο από το οποίο έπρεπε να στρίψουν ώστε να μπουν από τον Ατλαντικό Ωκεανό στην Μεσόγειο και ακόμη ότι αυτοί οι φάροι είχαν και ρόλο φρυκτωριών. Κατά τον Όμηρο άλλωστε οι στήλες αυτές ήταν σημάδι για το τέρμα των δύο ηπείρων και τις αποκαλεί χαρακτηριστικά ως πύλες του ωκεανού ή Τηλέτυπο. Τις στήλες αυτές αναφέρουν και αρκετοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Ησίοδος, ο Ηλιόδωρος, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Διόδωρος και ο Στράβων (1500 χρόνια αργότερα).
Τόσο σημαντικός από άποψη στρατηγικής, χρηστικής και ιστορικής σημασίας ήταν ο ρόλος των Ηράκλειων στηλών που οι σύγχρονοι Ισπανοί και Πορτογάλοι, μιλώντας περήφανα για την ελληνική επιρροή της εποχής, προβάλουν ως σημαντικό μουσειακό μνημείο τους πύργους αυτούς. Αξίζει έτσι να σημειωθεί πως ένας από αυτούς του πύργους, που βρίσκεται στην σημερινή πόλη Κορούνα του Βισκαϊκού κόλπου, διατηρεί ζωντανή την παράδοση που τον συνέδεε. Συγκεκριμένα, κατά την παράδοση η πόλη είναι συνώνυμη με την ντόπια μυθική πριγκίπισσα, φίλης του Ηρακλή, με τον οποίο γέννησε το γενάρχη των Ισπανών Hispalo. Μάλιστα σύμφωνα με το αρχαιότερο βιβλίο τους (Argos Divina), ο αρχικός πύργος ερειπώθηκε από διάφορους επιδρομείς και ξαναχτίστηκε την εποχή του Αύγουστου Καίσαρα , ως οχυρό των Ρωμαίων, παρατηρητήριο και τηλεπικοινωνιακό φρυκτώριο. Η ελληνική προέλευση του πύργου της Κορούνα επιβεβαιώνεται και από την σημερινή ονομασία του , Torre d' Herculus. Οι Ισπανοί τιμώντας την ιστορία τους, τιμούσαν τις αρχαίες αυτές ελληνικές στήλες βάζοντας τες ως παραστάσεις στα ισπανικά σκούδα και τάλιρα που λέγονταν κολονάτα.ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

.]πᾶσαν Εὐρώπην καὶ Ἀσίαν, ἔξωθεν ὁρμηθεῖσαν ἐκ τοῦ Ἀτλαντικοῦ πελάγους. τότε γὰρ πορεύσιμον ἦν τὸ ἐκεῖ πέλαγος· νῆσον γὰρ πρὸ τοῦ στόματος εἶχεν ὃ καλεῖτε, ὥς φατε, ὑμεῖς Ἡρακλέους στήλας, ἡ δὲ νῆσος ἅμα Λιβύης ἦν καὶ Ἀσίας μείζων, ἐξ ἧς ἐπιβατὸν ἐπὶ τὰς ἄλλας νήσους τοῖς τότε ἐγίγνετο πορευομένοις, ἐκ δὲ τῶν νήσων[...] Πλάτων, Τίμαιος [24]