Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Ομηρικοί ερινεοί



 Ερινεός. Η γνωστή αγριοσυκιά. Ένα διαχρονικό Ιερό Δέντρο. 

Στην αρχαία Ελλάδα, Ερινεός ή Ερινεώς, σήμαινε: θεός, ή σύκον άρρεν. (6)
Σ’ αυτό το μοναδικό προϊόν, που δεν είναι γνήσιος καρπός, αλλά ένα συγκάρπιο, αποτελούμενο από την ταξιανθία, μαζί με την ανθοδόχη, είναι δυνατόν να αναγνωριστούν ικανότητες Ισχυοφάνειας, που έχουν ομοιοπαθητική επίδραση, και εξασκούν βάρος, τόσο στην περιοδική, όσο και στην ίδια την συνεχή Αναγέννηση.
Περιληπτικά. Το άγριο σύκο είναι ο ‘’φορέας’’ που γονιμοποιεί τους καρπούς της ήμερης συκιάς. Τόσο το άγριο σύκο, όσο και το ήμερο είναι.. ο εκπληκτικότερος μικρόκοσμος, συγκεντρωμένων μικρόκαρπων, σε αριθμό θαυμαστό.
Αμέτρητος αριθμός σπερμάτων, βρίσκεται περιβεβλημένος από μια λεπτή μεμβράνη η οποία στάζειγαλακτερό χυμό, ακριβέστερα οπό.
Είναι ο μοναδικός καρπός που μοιάζει ανατομικά, αλλά και οντολογικά, στους όρχεις, όπου βρίσκεται και η ‘’καρδιά της λειτουργίας,’’ του ανθρώπινου οργάνου αναπαραγωγής.
Μ’ αυτήν την παρατήρηση, δεν είναι δύσκολο ν’ απαντηθεί, γιατί ο ερινεός εκτός των βασικών προτερημάτων, δηλαδή του να χάνει και να ξαναποκτά τα φύλλα,
’’να πεθαίνει και να ανασταίνεται,’’ δια-λέχτηκε ως ομοιοπαθητικό πρότυπο, και καθιερώθηκε ως αντικείμενο με ιερή σημασία. Όλη την διάρκεια του έτους, και ανεξάρτητα από το εάν επικρατεί δριμύ ψύχος, διατηρεί στην άκρη των κλαδιών ένα πράσινο μάτι. Είναι αυτό που λέει και το όνομά του.
Ένας Ερι-νεός, ένας πολύ νέος.

Γι’ αυτό και ονομάζεται θεός, γι αυτό και εκεί ναίει ο θεός.
Από το ξύλο του φτιάχνονταν στην αρχαιότητα ‘’ομοιώματα’’ του Διόνυσου, οι περίφημοι δηλαδή Φαλλοί.
Απαραίτητοι σε κάθε Πομπή, η οποία αντιστοιχεί με την σημερινή λιτανεία εικόνος επώνυμου Αγίου. Μια ευεργετική ροή οπού διέτρεχε τον οικισμό κατά την αρχαία Πομπή, όπου επί πάντων εδέσποζε ο Διόνυσος Συκίτης, αλλά και κατά την σημερινή Λιτανεία Εικόνας, επώνυμου Αγίου, διακρίνεται, ένα όχι υποδεέστερο φαινόμενο…….

Ο Ερινεός Της Χάρυβδης, στον οποίο κρεμμιέται ο Οδυσσέας, είναι η καρδιά της Οδύσσειας.!!! 


Στάθης Βαλλάς
Στην κοιλάδα των Μουσών

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Απήωροι ερινεοί


  παννύχιος φερόμην, ἅμα δ' ἠελίῳ ἀνιόντι        430

ἦλθον ἐπὶ Σκύλλης σκόπελον δεινήν τε Χάρυβδιν.
ἡ μὲν ἀνεῤῥύβδησε θαλάσσης ἁλμυρὸν ὕδωρ·
αὐτὰρ ἐγὼ ποτὶ μακρὸν ἐρινεὸν ὑψόσ' ἀερθείς,
τῷ προσφὺς ἐχόμην ὡς νυκτερίς· οὐδέ πῃ εἶχον
οὔτε στηρίξαι ποσὶν ἔμπεδον οὔτ' ἐπιβῆναι·
ῥίζαι γὰρ ἑκὰς εἶχον, ἀπήωροι δ' ἔσαν ὄζοι
μακροί τε μεγάλοι τε, κατεσκίαον δὲ Χάρυβδιν.


Όλη την νύκτα, παννύχιος φερόμουν και όταν ο Ήλιος ανέβηκε, ήλθον στην Σκύλλα σκόπελο και την  δεινή Χάρυβδη  που αναρρόφησε της θαλάσσης το αλμυρό νερό
τότε εγώ  προς την μακριά αγριοσυκιά αρθείς  προσέφυσα  εχόμενος σαν νυχτερίδα, επειδή δεν μπορούσα να στηρίξω τα πόδια μου  σταθερά ούτε να πατήσω .Η ρίζα ήταν μακριά μου και τα κλαδιά μετέωρα  μακριά και μεγάλα για να σκιάζουν  την Χάρυβδη.

Μετέωροι ερινεοί


Ο Οδυσσέας μπροστά στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, του Johann Heinrich Füssli

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Λευκοί Κύνες


και αργείοι κυνηγοί

Μεταξύ τους μιλούσαν αγόρευαν όταν ο Άργος ο σκύλος του Οδυσσέα, την κεφαλή και τα ώτα σήκωσε αλλά δεν μπόρεσε να πάει κοντά του. Ο Οδυσσέας τον είδε και σκουπίζοντας ένα δάκρυ από τα μάτια του ρώτησε τον Εύμαιο τον χοιροβοσκό για αυτό....


ὣς οἱ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον·        290
ἂν δὲ κύων κεφαλήν τε καὶ οὔατα κείμενος ἔσχεν,Ἄργος, Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος, ὅν ῥά ποτ' αὐτὸς
θρέψε μέν, οὐδ' ἀπόνητο, πάρος δ' εἰς Ἴλιον ἱρὴν
ᾤχετο. τὸν δὲ πάροιθεν ἀγίνεσκον νέοι ἄνδρες
αἶγας ἐπ' ἀγροτέρας ἠδὲ πρόκας ἠδὲ λαγωούς·
δὴ τότε κεῖτ' ἀπόθεστος ἀποιχομένοιο ἄνακτος
ἐν πολλῇ κόπρῳ, ἥ οἱ προπάροιθε θυράων
ἡμιόνων τε βοῶν τε ἅλις κέχυτ', ὄφρ' ἂν ἄγοιεν
δμῶες Ὀδυσσῆος τέμενος μέγα κοπρίσσοντες·
ἔνθα κύων κεῖτ' Ἄργος ἐνίπλειος κυνοραιστέων.        300
δὴ τότε γ', ὡς ἐνόησεν Ὀδυσσέα ἐγγὺς ἐόντα,
οὐρῇ μέν ῥ' ὅ γ' ἔσηνε καὶ οὔατα κάββαλεν ἄμφω,
ἄσσον δ' οὐκέτ' ἔπειτα δυνήσατο οἷο ἄνακτος
ἐλθέμεν· αὐτὰρ ὁ νόσφιν ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ,
ῥεῖα λαθὼν Εὔμαιον, ἄφαρ δ' ἐρεείνετο μύθῳ·


"Εὔμαι', ἦ μάλα θαῦμα κύων ὅδε κεῖτ' ἐνὶ κόπρῳ.
καλὸς μὲν δέμας ἐστίν, ἀτὰρ τόδε γ' οὐ σάφα οἶδα,
ἢ δὴ καὶ ταχὺς ἔσκε θέειν ἐπὶ εἴδεϊ τῷδε,
ἦ αὔτως οἷοί τε τραπεζῆες κύνες ἀνδρῶν
γίνοντ', ἀγλαΐης δ' ἕνεκεν κομέουσιν ἄνακτες."        310

τὸν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφης, Εὔμαιε συβῶτα·
"καὶ λίην ἀνδρός γε κύων ὅδε τῆλε θανόντος
εἰ τοιόσδ' εἴη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ ἔργα,
οἷόν μιν Τροίηνδε κιὼν κατέλειπεν Ὀδυσσεύς,
αἶψά κε θηήσαιο ἰδὼν ταχυτῆτα καὶ ἀλκήν.
οὐ μὲν γάρ τι φύγεσκε βαθείης βένθεσιν ὕλης
κνώδαλον, ὅττι δίοιτο· καὶ ἴχνεσι γὰρ περιῄδη.
νῦν δ' ἔχεται κακότητι, ἄναξ δέ οἱ ἄλλοθι πάτρης
ὤλετο, τὸν δὲ γυναῖκες ἀκηδέες οὐ κομέουσι.
δμῶες δ', εὖτ' ἂν μηκέτ' ἐπικρατέωσιν ἄνακτες,        320

οὐκέτ' ἔπειτ' ἐθέλουσιν ἐναίσιμα ἐργάζεσθαι·
ἥμισυ γάρ τ' ἀρετῆς ἀποαίνυται εὐρύοπα Ζεὺς
ἀνέρος, εὖτ' ἄν μιν κατὰ δούλιον ἦμαρ ἕλῃσιν."

ὣς εἰπὼν εἰσῆλθε δόμους ἐῢ ναιετάοντας,
βῆ δ' ἰθὺς μεγάροιο μετὰ μνηστῆρας ἀγαυούς.
Ἄργον δ' αὖ κατὰ μοῖρ' ἔλαβεν μέλανος θανάτοιο,
αὐτίκ' ἰδόντ' Ὀδυσῆα ἐεικοστῷ ἐνιαυτῷ.