Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Η Ύβρις του Έκτορος



Η αριστεία του Πάτροκλου:
Ο ποιητής περιγράφει με λεπτομέρειες τον οπλισμό του, την πανοπλία ουσιαστικά του Αχιλλέα.
Ο ήρωας λάμπει μέσα στα άρματα του Αχιλλέα.
Θριαμβεύει. Από την αρχή οι Τρώες νομίζοντας πως είναι ο Αχιλλέας τρομοκρατούνται και αρχίζουν να υποχωρούν πανικόβλητοι. Με εύστοχη επέμβαση σκορπίζει αυτούς που συμπλέκονταν στο πλοίο του Πρωτεσίλαου και σβήνει τη φωτιά. Ως επικεφαλής των Αχαιών όλοι καταδιώκουν τους Τρώες ως την τάφρο. Περιορίζει αυτούς ανάμεσα στην τάφρο και τα πλοία και σφάζει τους αντιπάλους τον έναν πίσω από τον άλλο – 12. Μονομαχεί με τον ξεχωριστό Σαρπηδόνα, τον σκοτώνει. Τρέπει σε φυγή τον αντίπαλο, τον οποίο καταδιώκει ως τα τείχη όπου και σκοτώνει 27 άνδρες. Όμως παραβιάζει τη συμβουλή του Αχιλλέα και δείχνει αλαζονεία, οπότε φτάνει στην ύβρη.
Συγκρούεται με τον ισχυρότερο αντίπαλο τον Έκτορα, σκοτώνει τον ηνίοχό του, Κεβριόνη.
Παρομοιώσεις – στίχοι 407-410, 482-486, 487-490
Επίσης: 705, 786, 745, 752, 757-761, 756-771 όλες παρομοιώσεις.
Τεχνική της αποτυχημένης απόπειρας 702-711, 783-788
Αποστροφή του ποιητή: τότε σου εφάνη Πάτροκλε… 787 – η συμπάθεια του ποιητή προς τον ήρωα που σε λίγο θα πεθάνει. Η φιλική αποστροφή ηχεί ωστόσο σα μάταιη προειδοποίηση, γιατί ο Πάτροκλος κοιτάζει προς τα πάνω και δεν βλέπει το γκρεμό και το αχανές βάθος που ανοίγεται μπρος του. Τη στιγμή που ο ήρωας μοιάζει ανίκητος σα θεός, μόνο ένας θεός μπορεί να συμπεράνει την ήττα του ο Φοίβος. Ακολουθεί μία άλλου είδους θεομαχία μεταξύ ενός θεού και ενός ωσεί θεού που μοιάζει δηλαδή με θεό.
789-805:
Ο ήρωας αφοπλίζεται:
Αόρατος ο Φοίβος στέκεται πίσω από τον Πάτροκλο και ξαφνικά τον χτυπά με την παλάμη στους ώμους και την πλάτη. Ο ήρωας ζαλίζεται και στριφογυρίζουν τα μάτια του από τη ζάλη.
Αφαίρεσε στη συνέχεια τα όπλα του ήρωα ο Απόλλων ξεκινώντας και πάλι από πάνω προς τα κάτω. Αφαιρείται το κράνος, το μακρύ κοντάρι με τη λόγχη (το οποίο γίνεται χίλια κομμάτια, μπορούσε να σπάσει γιατί ήταν το μόνο που δεν ανήκε στον Αχιλλέα) την ασπίδα με τον τελαμώνα της και το θώρακα που λύνεται.
Ο ποιητής επιμένει στην πτώση του κράνους, το οποίο πέφτει με γδούπο – ηχητική εικόνα- και «μολύνεται» για πρώτη φορά -795στ. Ευκαιρία λοιπόν για τον ποιητή να αναφερθεί στο όνομα του εταίρου, του Αχιλλέα που στέκει στο βάθος της εικόνας. Ο ποιητής τον θέλει παρόντα. Εξάλλου, η ουσιαστική προοπτική της αριστείας και του θανάτου του Πάτροκλου δεν είναι παρά η επιστροφή του Αχιλλέα στη μάχη. Ο Αχιλλέας λοιπόν δεν είχε –υπονοεί ο ποιητής- καμία ήττα στην πολεμική του δράση, διότι η περικεφαλαία του δεν είχε αγγίξει τη γη. Ο ήρωας στεκόταν πάντα όρθιος και κανείς εχθρός δεν είχε μπορέσει στο παρελθόν να τον καταβάλει.
799-800: προοικονομία για το σκύλεμα των όπλων του Πάτροκλου, οπότε το κράνος θα το φορέσει ο Έκτορας, αλλά και προειδοποίηση για το θάνατο του τελευταίου. Η περικεφαλαία είναι για πρώτη φορά μολυσμένη από χώμα και αίμα. Τα σημάδια του θανάτου είναι εμφανή πάνω σε αυτή. Απλώνονται σα μόλυνση πάνω στον Έκτορα, ο οποίος υπεροπτικά έχει φορέσει στο κεφάλι του το κράνος του Αχιλλέα.
Εθεοκρούσθη….: Μαζί με το θώρακα λύθηκαν και τα μέλη του ήρωα. Ο Πάτροκλος άοπλος, αποκαμωμένος, σαστισμένος παθαίνει σκοτοδίνη από το χτύπημα του θεού. Ο Απόλλωνας εγκαταλείπει τον ήρωα στο πεδίο της αποτρόπαιης πράξης. Ο ρόλος του θεού τελείωσε και τώρα είναι η σειρά των ανθρώπων.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Το κράνος του Οδυσσέα

Ας ρίξουμε μια ματιά στα κράνη που αναφέρει ο Όμηρος. Τα μυκηναϊκά κράνη ή περικεφαλαίες στην πρώιμη περίοδο κατασκευαζόταν από χαυλιόδοντες κάπρου. Στην Ιλιάδα περιγράφεται το κράνος του Οδυσσέα (Ιλ. Κ260) [12]. Εξωτερικά το κράνος περιβάλλεται από δόντια κάπρου, υλικό με εξαιρετικές κρουστικές ιδιότητες, και εσωτερικά με πεπιεσμένο μαλλί για να απορροφά τις κρούσεις και να μην τις αφήνει να μεταφερθούν στο κρανίο.
Πανοπλία με το κράτος του Οδυσσέα 
Τα δόντια του κάπρου αποτελούνται κατά μεγάλο μέρος από οδοντίνη, μια ασβεστούχα ουσία κατά πολύ σκληρότερη και πυκνότερη από τα οστά. [13] Και πάνω στην οδοντίνη βρίσκεται η αδαμαντίνη που είναι το πιο σκληρό οργανικό υλικό που συναντάμε στα ζώα. Αποτελείται από κρυστάλλους απατίτη που περιέχουν ασβέστιο και φωσφορικά άλατα. 
Όμως στα Ομηρικά Έπη συναντάμε και άλλου τύπου κράνους. Στην Ιλιάδα υπάρχουν αναφορές για την εμφάνιση και την αποτελεσματικότητα των χάλκινων κρανών. (Ιλ. Ζ 469-73) [14], Βέβαια η περιγραφή αυτή αφορά τα σύγχρονα κράνη της εποχής που γράφονται τα έπη και όχι της εποχής του Τρωικού πολέμου. Εξάλλου την υπόθεση αυτή την επιβεβαιώνουν τα ανασκαφικά ευρήματα αφού ο σημαντικότερος όγκος των ορειχάλκινων κρανών προέρχεται  από την Ύστερη Γεωμετρική εποχή.



Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Ιστορία της Κραταιάς Κρήτης




ΟΙ ΝΟΜΟΙ,  ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ



Τα όργανα της περίφημης Κρητικής Πολιτείας, όπως τη χαρακτηρίζουν οι αρχαίοι συγγραφείς: Στράβων, Πλούταρχος, Λαέρτιος, Διόδωρος, Πλάτωνας κ.α.,  ήσαν τα εξής:

Α. Οι δεκα άρχοντες ή άλλως Κόσμοι, εξ ου και Κοσμήτορες (= έφοροι στη Σπάρτη), οι οποίοι διοικούσαν - αντιπροσώπευαν τις τοτε περιοχές της Κρητης. Ήταν κάτι μεταξύ δημάρχου και δεσπότη και η υπηρεσία τους διαρκούσε ένα έτος. Η επανεκλογή τους στο ίδιο αξίωμα απαγορεύονταν για χρονικό διάστημα τριών έως δέκα ετών. Ήσαν οι επιμέρους αρχηγοί του στρατού στον πόλεμο και ανώτατοι άρχοντες στην ειρήνη. Οι παραβάσεις ή παραλήψεις τους τιμωρούνταν με βαρύτατες ποινές..

Β. Η Γερουσία ή Βουλή, η οποία απαρτίζονταν από  τους κατά καιρούς διατελέσαντες Κόσμους και παράλληλα είχαν επιδείξει ικανότητα, άρα από άτομα μεγάλης ηλικίας εξ ου και η ονομασία τους Γέροντες και Γερουσία. Επίσης γερουσιαστές γινόταν και από πρόσωπα ανεγνωρισμένου κύρους (Στράβων 10)  Οι Γέροντες ή Βουλευτές ήσαν ισόβιοι και η δικαιοδοσία τους κανονίζονταν από το σύνταγμα.

Γ. Η Εκκλησία. Έτσι ονομάζονταν η συνάθροιση των πολιτών μιας πόλης κατά τακτά ή μη τακτά χρονικά διαστήματα, για να συζητήσουν τα τρέχοντα θέματα.

«Εκλέγουν (οι Κρήτες) δέκα άρχοντες. Για τα πολύ μεγάλα θέματα συμβουλεύονται τους Γέροντες. Δικαίωμα σε αυτόν το θεσμό έχουν οι πετυχημένοι στο αξίωμα του Κόσμου και άνθρωποι αναγνωρισμένης αξίας» (Στράβων, 10, C 484,  22).

Σύμφωνα επίσης με το Στράβωνα (βιβλίο 10, C 481 – 484) οι κυριότεροι θεσμοί της Κρητικής Πολιτείας στην κοινωνική ζωή ήταν οι εξής: 1) Η ελευθερία των πολιτών, γιατί οι Κρήτες θεωρούν ότι τα αγαθά ανήκουν στους πολίτες και όχι τους άρχοντες, όπως συμβαίνει στους σκλάβους. 2) Η ισότητα μεταξύ των πολιτών και ως εξ αυτού: Α) Κοινοκτημοσύνη, κάτι ως ο σημερινός κουμμουνισμός, γιατί στους Κρήτες προτιμότερο ήταν η λιτότητα παρά να υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί. Β) Γυναίκες και άνδρες ίσα δικαιώματα. Γ) Δημόσια παιδεία και εκπαίδευση για όλα τα παιδιά της Κρητης. Τα κρητικόπουλα μεγάλωναν και εκπαιδεύονταν όλα μαζί στις καλούμενες αγέλες. Δ) Δημόσια διατροφή για όλους τους ενήλικες κρήτες με κοινά συσσίτια στα καλούμενα ανδρεία: 

«Φαίνεται πως ο νομοθέτης (της Κρητικής Πολιτείας) θεώρησε ως μεγαλύτερο αγαθό για τις πόλεις  την ελευθερία. Βλέπετε, μόνο η ελευθερία κάνει τα αγαθά να ανήκουν σε όποιον τα έχει. Όταν υπάρχει σκλαβιά, τα αγαθά ανήκουν στους άρχοντες και όχι στους υπηκόους…. Όταν όλοι ζουν με σοφία και λιτότητα, δεν υπάρχει εναντίον των οποίων μήτε φθόνος μήτε επιθετικότητα μήτε μίσος. Γι αυτό ο νομοθέτης επιτάσσει οι νέοι να διαβιούν μέσα στις λεγόμενες αγέλες και τους ενήλικους στα λεγόμενα ανδρεία. Και να τρώνε έτσι ώστε φτωχοί και πλούσιοι να μην έχουν διαφορά, αφού σιτίζονται δωρεάν. Για να είναι ανδρείοι και όχι δειλοί, προστάζει να κρατούνε όπλα από παιδιά και να ασκούνται στις ταλαιπωρίες. Να ασκούν επίσης την τοξοβολία και τον ένοπλο χορό, που βρήκαν πρωτοι κι έδειξαν οι Κουρήτες και ο οποίος μετά ονομάστηκε πυρρίχιος. Επίσης στα τραγούδια τους χρησιμοποιούν  Κρητικούς ρυθμούς που είναι πολύ γρήγοροι και τους βρήκε ο Θάλης. Ε αυτόν αποδίδουν όχι μόνο  τους παιάνες, αλλά και τοπικά τραγούδια και πολλές ακόμη διατάξεις τους. Ορίστηκε επίσης να φορούνε στρατιωτικά ρούχα και υποδήματα. Τα όπλα εξάλλου θεωρούνται τα καλύτερα δώρα.,,,,,,,,,,,,,,,,,τα παιδιά τρέφονται με δημοσία δαπάνη. Σε συγκεκριμένες μέρες, η μια αγέλη  να κάνει πολέμιο με την άλλη, με τους ήχους αυλού και λύρας…. (Στράβων 10, C 480- 483)



Σημειώνεται ότι:

Α) Η δικαιοδοσία των οργάνων της Κρητικής πολιτείας δεν ήταν ανεξέλικτη. Κανονίζονταν από το καλούμενο το καλούμενο σύνταγμα. Ομοίως τα πάντα στην κρητική πολιτεία (συναλλαγές, εμπόριο κλπ) κανονίζονταν με νόμους. Μάλιστα, επειδή οι νόμοι αυτοί αρχικά ήταν γραμμενοι πάνω σε χάλκινες πλάκες που τους κουβαλούσε στην πλάτη ο επιτηρητής, ο καλούμενος Τάλως, τελικά του βγήκε  ο μύθος ότι ήταν χάλκινος

Β) ‘Άλλο η Κρητική Πολιτεία, ήταν επί εποχής Μίνωα και των απογόνων τους και άλλο το Κοινό των Κρητών, ήταν κυρίως επι εποχής Ρωμαίων. Η βουλή, οι βουλευτές και το σύνταγμα, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς: Πλάτωνα (Μινως, Νόμοι), Πλούταρχο (Μινως), Αριστοτέλη, Λαέρτιο, Αλικαρνασσέα κ.α. , ήταν επινόηση του Μίνωα.

Γ) Την περίφημη Κρητική Πολιτεία, το  Μινωικό Πολιτισμό, όπως θα δούμε πιο κάτω,  αντέγραψαν πρώτοι  οι Σπαρτιάτες με το Λυκούργο, μετά οι Αθηναίοι με το Σόλωνα και μετά οι Ρωμαίοι με το Νόμα και έτσι εκπολιτίστηκαν-ευημέρησαν και αυτοί. Το κοινό των Κρητων αντέγραψε η Κοινωνία των Εθνών.


Α. Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ
Η αυθεντική Κρητική Ιστορία

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Πηνελόπη η Πριγκίπισσα των Αλυζαίων


Του κ. Σπύρου Δ. Ζαβογιάννη.

Εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα.

Η εργασία «Πηνελόπη Πριγκίπισσα των Αλυζαίων Βασίλισσα της Ιθάκης», είναι μία πεντάτομη εργασία εφτακοσίων περίπου σελίδων, πλαισιωμένη από εικόνες της εποχής των Ομηρικών Επών, αλλά και φωτογραφικό υλικό σύγχρονο που αφορά την περιοχή μας, όπου εξελίχθηκαν αυτά τα τόσα σημαντικά γεγονότα.
Το σταχυολόγημα αυτό της μελέτης δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2010 στην τοπική εφημερίδα «ΑΛΥΖΙΑ». Κρίνω δε σκόπιμο να δημοσιευτεί και στο BLOG ΜΥΤΙΚΑΣ PRESS.
Δεν έχει αξία κάτι που ανήκει στον κόσμο της περιοχής να μείνει κλεισμένο στις βιβλιοθήκες και να μην γίνει κοινωνός αυτών των προβληματισμών.
Η εργασία αυτή αφορά την Πηνελόπη, την μοναδική Πριγκίπισσα των Αλυζαίων, την μοναδική σε χάρες και ομορφιά, την πρώτη εξαδέλφη της ωραίας Ελένης. Αργότερα θα καταστεί Βασίλισσα της Ιθάκης, όπως την σκιαγραφεί ο Θείος ποιητής Όμηρος στο αθάνατο Έπος του την «ΟΔΥΣΣΕΙΑ».
Θέλουμε να νομίζουμε ότι είναι μία μοναδική εργασία. Κανένας από τους μέχρι τώρα συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τα Ομηρικά Έπη, δεν προσδιόρισε επακριβώς την καταγωγή της.
Για εμάς τους Αλυζαίους αποτελεί ένα μεγάλο, ξεχωριστό και σπουδαίο κεφάλαιο της μυθολογίας μας και της προϊστορίας μας και μας καθιστά περήφανους, γιατί αγγίζει εκείνο το απόμακρο ιστορικό παρελθόν.
Δυστυχώς λείπουν από τον Όμηρο οι αναφορές του για την Πατρίδα της την Αλυζία, αλλά και γι αυτή την καταγωγή της.
Μετά από πολύχρονη μελέτη, που αφορά την πόλη της Αλυζίας, μπορούμε να κάνουμε την διαπίστωση, ότι οι σχετικές αναφορές του μεγάλου ποιητή είτε παραλήφθηκαν είτε απαλείφθηκαν, αλλά αυτό αποτελεί ένα άλλο κεφάλαιο της πολυσέλιδης μελέτης, που ήθελε κάποτε δημοσιευθεί.

Πηγή: Εφημερίδα «ΑΛΥΖΙΑ», Ιανουάριος 2010.
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ
… Κούρη Ικαρίοιο περίφρονι Πηνελοπείη... (Ομήρου Οδύσσεια).

Το Βασίλειο της Αλυζίας, μέρα με την ημέρα, από τότε που ιδρύθηκε από τον Ικάριο, εκραταιούτο, αποκτούσε πλούτο και ευημερία. Εδώ, μάλλον, γεννήθηκε και ζούσε μαζί με τον πατέρα της Ικάριο και τη μητέρα της Πολυχάστη, αλλά και τον αδελφό της Αλυζέα η φρόνιμη Πηνελόπη.
Ο Στράβων αναφέρεται σχετικά, «φαίνεται δε εκ Λακεδαίμονος τινές εποικήσαι την Ακαρνανίαν, οι μετ' Ικαρίου της Πηνελόπης πατρός και γαρ τούτον και τους αδελφούς αυτής ζώντας παραδίδωσιν ο ποιητής κατά την Οδύσσειαν».
«…Οι πατρός μεν ες οίκον απερρίyασι νέεσθαι Ικαρίου, ως κ' αυτός εδνώσαιτο θύγατρα και περί των αδελφών».

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ



Η Ακαδημία του Πλάτωνος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Ο Κρατύλος πλην της μεγάλης γλωσσολογικής του αξίας ανήκει και υπό φιλοσοφικήν έποψιν εις την τελευταίαν συγγραφικήν περίοδον του Πλάτωνος, διότι θέτει το ζήτημα της χειραφετήσεως της σκέψεως από τας ατελείας της γλώσσης, το οποίον αναπτύσσεται τελειότερον εις τον Θεαίτητον και τον Σοφιστήν. Επειδή όμως ο σκοπός της παρούσης βιβλιοθήκης δεν επιτρέπει να αναλύσωμεν διά μακρών το έργον, θα περιορισθώμεν να συνοψίσωμεν ενταύθα μόνον, πώς πρέπει να εννοηθή το γλωσσικόν μέρος, διότι συνήθως εις αυτό δεν αποδίδεται καμμία αξία.

Το μέρος τούτο διαιρείται εις δύο: Το προπαρασκευαστικόν (σελ. 21 [από: Εις πολλά μέρη …]— 75), [μέχρι δηλαδή περίπου της φράσεως -Πότε λοιπόν θα απέκαμνε δικαίως-] το οποίον περιέχει ετυμολογίας όχι καθώς τας εννοούμεν σήμερον, αλλά την μουσικήν ή λαϊκήν ετυμολογίαν (Wolksetymologie), και την ετυμολογίαν των ριζών (ή πρώτων ονομάτων, σελ. 75 — 85). — Ενταύθα αρχίζομεν από το δεύτερον.

1. Ο Κρατύλος θέτει καλώς το πρόβλημα της καταγωγής της γλώσσης.

Πρώτη αρχή της γλώσσης είναι οι κρότοι του στόματος και της ρινός, όχι ακόμη οι μιμητικώς και τεχνικώς διά του λάρυγγος εξερχόμενοι, αλλά αυθορμήτως και φυσικώς και επιφωνηματικώς κατά τινα ανάγκην του σώματος, ή πόνον, ή ανησυχίαν, ή πάθησιν.

Τοιούτος κρότος σαφέστατα διακρινόμενος είναι:

Ο κρότος του εμετού (εκ) ο οποίος διεσώθη καλώς εις την ελληνικήν γλώσσαν ως πρόθεσις &εκ& και είναι η αυτή λέξις με την γερμανικήν ekel = αηδία.

H ρινοφωνία της πείνης νρ (ν φωνήεν), το οποίον αρχικώς εσήμαινε πεινώ και τρώγω, και διεσώθη εις το στερητικόν &αν& και την πρόθεσιν &εν&, τα οποία είναι ακόμη όμοια εις την λατινικήν γλώσσαν (in). Παρόμοια είναι το λιχουδιστικόν &μλ μλ&, το θρηνητικόν &i&, το μασητικόν &κα-κα& (γερμ. Kauen) κτλ.

Οι κρότοι αυτοί και ολίγοι άλλοι παρόμοιοι είναι τόσον ευδιάγνωστοι, ώστε κάλλιστα έν ζώον όταν δεν βλέπη το άλλο και ακούη από το στόμα του τον κρότον &εκ&, εννοεί ότι τούτο κάμνει εμετόν. Αυτή λοιπόν η εξ αποστάσεως ειδοποιητική δύναμις των τοιούτων κρότων υπέδειξε τα πλεονεκτήματα της στοματικής συνεννοήσεως, και επίκουρος αυτής ήλθε η ανατομική εξέλιξις και τελειοποίησις των μυών του στόματος, το οποίον πλέον και άνευ της φυσικής ανάγκης ήτο εις θέσιν παιγνιωδώς πως να αποδώση εκείνους τους ήχους και κρότους με την βεβαιότητα, ότι το άλλο ζώον το οποίον ακούει, θα νομίση ότι πρόκειται περί αληθινού εμετού, ή άλλης αναλόγου φυσικής ανάγκης.

Και από του σημείου τούτου ο κρότος αυτός είναι καθαρώς γλωσσικής φύσεως, διότι δεν παράγεται αυθορμήτως εκ φυσικής ανάγκης, αλλά μιμητικώς. Ως τοιούτος γίνεται εξαίρετον όργανον της νοήσεως, διότι γυμνάζει την ψυχήν εις τας παραστάσεις άνευ των αισθήσεων και προ πάντων διότι ο κρότος, δηλαδή η λέξις τόρα πλέον, γίνεται αφορμή προς επανάληψιν και τελειοποίησιν της παραστάσεως. Διότι τόρα πλέον το εκ δεν σημαίνει μόνον κάμνω εμετόν, αλλά και το &έξω, εκτός, εξέρχομαι, έξοδος, εξωτερικώς, έξωθεν& κτλ. Δηλαδή ως ρίζα έχει μουσικόν σημαινόμενον χωρίς να ανήκη εις ωρισμένον μέρος του λόγου. Ομοίως η ρινοφωνία της πείνης γίνεται εκφραστικός ήχος του γενικωτέρου νοήματος της στερήσεως, και επί πολύν καιρόν υπάρχει ως αυθύπαρκτος λέξις αν σημαίνουσα στέρησιν, έως ότου ήλθε η εποχή της συγκολλήσεως των ήχων (συλλαβών), η οποία το κατέστησε στερητικόν α (αν), ενώ η έννοια του τρώγω διεκρίθη πλέον ως έννοια του εντός και έμεινε ως πρόθεσις εν, σημαίνουσα γενικώς &εντός, εισέρχομαι, είσοδος, ένδον& κτλ. Επίσης το θρηνητικόν i έγινε σύμβολον της θρηνώδους παρακλήσεως και απαιτήσεως και απετέλεσε μίαν προσταγήν = πήγαινε, απαράλλακτα καθώς διεσώθη εις την λατινικήν ως προστακτική του ρήματος io (i = πήγαινε), ελληνιστί ίθι. Βαθμηδόν το αυτό έλαβε και την σημασίαν του πορεύομαι, πορεία, δρόμος κτλ. Αλλά εξ άλλου έλαβε και την σημασίαν του χαρισμού και εχρησιμοποιήθη αργότερον ως επίθημα και κατάληξις της χαριστικής πτώσεως (δοτικής) και της χαριστικής εγκλίσεως, δηλ. της υποτακτικής και ευκτικής.

Ομοίως το ο (οχ) έγινε αρνητικόν ου, ουχί, το χα έγινε χάος, χαίνω, καγχάζω κτλ, το σα ανδάνω, satis, satigen, το λιχουδιστικόν μλ= μέλι, μελωδία, μέλος, μέλει (=έχει τον νουν του στο μέλι) κτλ.

Και διαρκώς πλέον η γλώσσα τροφοδοτεί την διάνοιαν και η διάνοια ωθεί την γλώσσαν προς άλλα. Το στόμα γίνεται τελειοτάτη μιμητική μηχανή. Δι' αυτό αρχίζει να μιμήται και ήχους παραγομένους εις άλλο μέρος του σώματος καθώς είναι ο κρότος της κοιλίας gut και σημαίνει κυρτός, γύρος, κύκλος, κύμα, κοίλος, έγκυος, ξυν (=έγκυος) κτλ… έπειτα το διεντέρευμα περ (πορ) πέρας, πέρα, περ, περί. Έπειτα χρησιμοποιεί το ε ως προσκλητικόν, και το προσκολλά ως κατάληξιν κλητικής πτώσεως και προστακτικής εγκλίσεως: άγγελε, άγγελε. Έκτοτε έχομεν την πρώτην πτώσιν και τοιαύτη είναι η κλητική (όχι η ονομαστική), και την πρώτην έγκλισιν και τοιαύτη είναι η προστακτική (όχι η οριστική), διότι ο ζωώδης άνθρωπος εκφράζει επιθυμίας και ανάγκας και όχι ορισμούς και κρίσεις.

Η οριστική έγκλισις παρήχθη αργότερον με μικράν διαφοράν από την προστακτικήν, σημαίνουσα προσταγήν αξιωματικήν άνευ αντιρρήσεως και καύχησιν: ου ποιήσεις = δεν θα το κάμης σου λέγω, είμ' Οδυσσεύς= το καυχώμαι.

Οι έξωθεν ήχοι εξηκολούθησαν συμπληρούντες την γλώσσαν. Ο ήχος της βροχής (σρρρ) εσχημάτισε το ρέω ρους και προ πάντων την κατάληξιν της συρροής και πλησμονής ρός. Ο ήχος της τριβής εσχημάτισε τα τρίβω, θερμαίνω, τέρπω, — τερος, τρυπώ, τρία. — τήρ, τής κτλ., ο κρότος του δεικνύοντος δακτύλου εσχημάτισε το γενικόν δεικτικόν το, το μασσητικόν κα-κα έγινε κακός, κακία κτλ., το καυστικόν δε (=τζιζ) έγινε δας, δαίω, διδάσκω, δαίμων, δη, δήλος, δέω, δεσμός, δέκα, δέχομαι κτλ.

Μίαν τοιαύτην γλωσσικήν αναδρομήν εις τα στοιχειωδέστερα διά της μουσικής αντιλήψεως των φυσικών ήχων και των φωνών των ζώων διέγνωσεν ο δαιμόνιος Πλάτων εις τον Κρατύλον του. Και αν δεν είχε τας σημερινάς ευκολίας της συγκρίσεως των γλωσσών διά να εξαντλήση όλα τα παραδείγματα, όμως ο συνθετικός του νους και εις ολίγιστα, πλην ασφαλή, στηριζόμενος έδωκε πλήρεις κανόνας της γλωσσογονίας.

2. Αι ετυμολογίαι του Κρατύλου είναι μουσικαί ετυμολογίαι.

Ο Πλάτων δεν γνωρίζει την ιστορικήν αλλά την μουσικήν ετυμολογίαν, η οποία συνήθως συμπίπτει με την ιστορικήν, πολλάκις όμως δεν συμπίπτει, και τότε παρέχει γλωσσικά φαινόμενα ανεξήγητα διά την γραμματικήν επιστήμην. Κάλλιστον παράδειγμα τούτου είναι η υπό του Πλάτωνος ετυμολογία της λέξεως αλήθεια. Η ετυμολογία αυτή προ πάντων συνετέλεσε να χάση ο Κρατύλος πάσαν υπόληψιν ως μη γνωρίζων δήθεν το στερητικόν α. Αλλά η σελίς 67 (τέλος) αποδεικνύει ότι ο Πλάτων γνωρίζει το στερητικόν α ως αυταπόδεικτον και είναι τόσον δεινός παρατηρητής της γλώσσης, ώστε αναλύει τελειότατα το δυσκολώτερον αθροιστικόν α λέγων εν σελίδι 46: καθώς εις το ακόλουθος και άκοιτις, όπου σημαίνει το ομού. Και εις την σελίδα 47: «Καθώς λοιπόν τον ομοκέλευθον και ομόκοιτιν τον ωνομάσαμεν ακόλουθον και άκοιτιν».

Και ερωτώμεν: άραγε ήτο δυσκολώτερον εις τον Πλάτωνα, ο οποίος ανεζήτει όλους τους γνωστούς τύπους των λέξεων, να εύρη εις τον δωρικόν τύπον αλάθεια την λθ ρίζαν και το α το στερητικόν (αρνητικόν), παρά το ακόλουθος να το ερμηνεύση ως ομοκέλευθος; Βεβαίως αυτό δεν είναι δυνατόν, ώστε κάτι άλλο θα συμβαίνη. Και πραγματικώς η λέξις αλήθεια μετά το αγαθόν έχει εξαιρετικήν θέσιν εις το γλωσσικόν αίσθημα του Πλάτωνος. Η αλήθεια είναι απαραιτήτως δια τον Πλάτωνα κάτι τι θείον, είναι άλη θεία= δηλαδή πτήσις θεία. Την τοιαύτην δε μουσικήν σημασίαν της λέξεως αλήθεια (λαϊκήν ετυμολογίαν) ο Πλάτων δεν την θυσίαζε απέναντι εκατομμυρίων στερητικών και αθροιστικών α.

Ευτυχώς τα φαινόμενα της μουσικής ετυμολογίας βαίνουν εκ παραλλήλου και εις την σημερινήν γλώσσαν, και είναι εύκολον να καταστήσωμεν το πράγμα αισθητόν. Καθώς η αλήθεια δια τον Πλάτωνα, ομοίως ιερά και ουράνια λέξις είναι σήμερον δι' ημάς τα χερουβείμ. Όστις ακούει προφερομένην αυτήν την λέξιν είναι αδύνατον να μην ενωτίζεται αυτό το χαίρε. Ο Πλάτων υπό τας σημερινάς συνθήκας της ορθογραφίας απλούστατα θα έγραφε το Χερουβείμ με αι (Χαιρουβείμ), καθώς οι τιμωρούμενοι μαθηταί των σχολείων. Αλλά ερωτώμεν: όσον και αν τιμωρήται ο μαθητής διά να μη γράφη εν έχειρον (το ενέχυρον), άραγε πιστεύει κανείς εκ των διδασκάλων ότι αναβιώνει την λέξιν εχυρός και καταστρέφει την κοινήν αντίληψιν (λαϊκήν ετυμολογίαν, volksetymologie) ότι το ενέχυρον είναι στο χέρι; Δι' αυτόν τον λόγον αρχαιόθεν η Ιερουσαλήμ εσχετίσθη με το ιερός και έλαβε δασείαν, ενώ δεν είχε. Διά τον ίδιον λόγον εις παλαιοτέραν εποχήν ο φιλόνεικος εγράφη με ει, διότι δεν ήτο πλέον φίλος νίκης, αλλά φίλος νείκους.

Η μουσική ετυμολογία με πάσαν θυσίαν αποφεύγει την πλησίασιν ωραίας λέξεως προς άλλην όλως κακέμφατον, ή και απλώς αντιφατικήν. Εις τοιαύτας περιστάσεις η γλώσσα προτιμά να μην εφαρμόση τους ευφωνικούς και αναλογικούς κανόνας και να αποτελέση εξαίρεσιν του κανόνος. Η εξαίρεσις όμως δεν είναι όπως την εννοεί μέχρι σήμερον η γραμματική, δηλαδή ως φαινόμενον ανεξήγητον και προσκρούον εις τον κανόνα, αλλά ως φαινόμενον υπαγόμενον εις άλλον κανόνα καλλιτεχνικώτερον. Και είναι ανάγκη να εξηγηθούν όλαι αι εξαιρέσεις και να υπαχθούν εις τους κανόνας των, δηλαδή να ευρεθή ο λόγος των, διότι άλλως η γλωσσική έρευνα δεν δύναται να ονομασθή επιστήμη.

Ημείς προσθέτοντες εις την γλωσσικήν επιστήμην πλην άλλων και τους καλλιτεχνικούς νόμους της μουσικής ετυμολογίας και της σαφηνείας εξηγούμεν τα δυσλυτώτερα γλωσσικά φαινόμενα. Το αρχαίον υύς (υιός) έπρεπε κατά τους κανόνας της συναιρέσεως να γίνη ύς δηλαδή χοίρος, αλλ' αντί τούτου εκλώτσησε τον κανόνα και εζήτησε άλλην διέξοδον, διότι ο υιός δεν γίνεται χοίρος εύκολα. Το νέος έπρεπε ομοίως να γίνη νους, αλλά νέος και νους συνήθως τουλάχιστον φαίνονται αντιφατικά και δεν πρέπει να σχετίζονται. Το βύρσα έπρεπε να γίνη βύρρα (άρσεν — άρρεν), αλλά τότε θα έχανε όλην την μουσικήν αλήθειαν (δηλαδή ετυμολογίαν). Αυτός δε ο λόγος της μουσικής αληθείας ή αντιθέτως αναρμοστίας έκαμε πλέον και τους τελευταίους σχολαστικούς να αποφεύγουν τα εκήλησε τα ώτα, διώκει την πόλιν, διότι υπενθυμίζουν τα εκύλησε και διώκει. Η αύξησις μάλιστα αυτή του εις οι ω έχει εντελώς ανάλογον παράδειγμα και εις την αρχαίαν γλώσσαν. Το ωνωμένος του 5ου αιώνος γίνεται οινωμένος εις τον Πλάτωνα (Νόμοι) και τον Αριστοτέλην. Και ενώ τα χειρόγραφα έχουν ανεξαιρέτως με οι, οι γραμματικοί διορθώνουν παντού ωνωμένος δηλ. εισάγουν τον όνον).

Πολύ περισσότεραι εξαιρέσεις της γραμματικής εξηγούνται με τον νόμον της σαφηνείας, ο οποίος είναι επίσης καλλιτεχνικός. Ο Brugmann παρατηρεί εις τα φαινόμενα της συναλοιφής (Σημ. 3) ότι είναι περίεργον, πώς η κράσις εφηρμόσθη εις τόσον ολίγα παραδείγματα (καγώ, κάτα, τούμπαλιν, τακτός κλ.) Αλλά το φαινόμενον τούτο είναι μάλλον αποτυχούσα απόπειρα, διότι άλλως θα παρεμορφούτο όλη η γλώσσα. Ο νόμος της σαφηνείας όμως βοηθούμενος εις πολλά και από την μουσικήν ετυμολογίαν επανέφερε το ακέραιον. Δι' αυτό εάν το ι της ερωτηματικής και αορίστου αντωνυμίας τι δεν εκθλίβεται, ο λόγος δεν έγκειται εις την φύσιν του φωνήεντος αυτού, καθώς προσπαθούν να εύρουν πολλοί μεταφυσικώς, αλλά διότι το τι με έκθλιψιν θα συνέπιπτε προς το τε με έκθλιψιν και η τοιαύτη συνάντησις φέρει ανεπανόρθωτον σύγχυσιν, διότι δεν βοηθεί ούτε η θέσις της λέξεως ούτε ο τονισμός. Ενώ λόγου χάριν το νά συμπίπτει μεν και αυτό φαινομενικώς, διακρίνεται όμως ευκόλως διά του τονισμού.

Η επιστήμη αντί να θαυμάζη τον Κρατύλον σήμερον, τον προπηλακίζει μη εννοούσα το βαθύ νόημα του γενάρχου αυτού της γλωσσολογίας. Λόγου χάριν ο Πλάτων παράγει το άνθρωπος από το αναθρώσκω όπα. Η γλωσσολογία αντιτείνει από το ανήρ όψ. Επίσης του Delbrück δεν του αρέσει ότι το σώμα παράγεται από το σώος σώζω, οιονεί σώσμα, αλλά το θέλει από το σκυλεύω.

Και όμως τι λέγουν τάχα καλλίτερον περί του Αγαμέμνονος (σελ. 27 — 28) ή τι θαυμασιώτερον ημπορούν να ειπούν περί του δαίμονος (σελ. 33). Η μουσική ετυμολογία του ευφροσύνη από το ευφεροσύνη (σελ. 71) όχι μόνον επικυρώνεται από τον ίδιον Πλάτωνα εις τον Σοφιστήν: παραφροσύνη = παράφορος σύνεσις (σελ. 29, ιδέ και σελ. 28 την παράθεσιν των λέξεων διαφθοράν διαφοράν, η οποία είναι ετυμολογικόν σχήμα κατά τα Ομηρικά: εις άλα άλτο και θεοί θέσαν), αλλά και από όλην την Ελληνικήν γλώσσαν, η οποία έδωσε εις την παραφοράν την σημασίαν της παραφροσύνης.

Άλλως ο Πλάτων τας περισσοτέρας ετυμολογίας τας κάμνει ως προγύμνασιν και ως παραδείγματα ευλογοφανή, εις τα οποία δεν επιμένει πάντοτε, αλλά μόνον ζητεί δι' αυτών να σχηματίση έν σύνολον κανόνων, διά να ανέλθη εις την πρώτην αρχήν της γλώσσης και ερευνήση την σχέσιν αυτής προς την διάνοιαν. Κατά τούτο δε ακριβώς αναδεικνύεται και θείος εις τον Κρατύλον.

ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ


Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Εὖ ἐντύνασαν ἓ αὐτήν


Τα ενδύματα της ψυχής

Ραψωδία Ξ
στιχ. 153- 289

Και από του Ολύμπου κορυφήν τότε η χρυσόθρον’ Ήρα

ως έστεκε κι εκοίταζε, και τον αυτάδελφόν της

είδεν ομού και ανδράδελφον, με αγώνα να κινείται

στον πόλεμον εχάρηκε. Κι εξάνοιξε τον Δία

στην Ίδην την πολύβρυσην, στην άκρην κορυφήν της,

καθήμενον και μισητός εγίνη στην ψυχήν της.


Κι εσκέφθη η μεγαλόφθαλμη θεά πως θα ημπορούσε

να ξεπλανέψει αυτή τον νουν του αιγιδοφόρου Δία.

Και τούτο συμφερώτερον εφάνη στην ψυχήν της,

αφού ωραία στολισθεί να κατεβή στην Ίδην

ίσως αυτός στο πλάγι της να πέσει επιθυμήσει,

κι ύπνον κατόπιν άβλαβον και μαλακόν ν’ απλώσει,

σ’ εκείνου τα ματόφυλλα και στης καρδιάς τα βάθη.


Κι επήγεν εις τον θάλαμον που ο ποθητός υιός της

τεχνούργησεν ο Ήφαιστος με τα θυρόφυλλά του

λαμπρά και κλείδ’ αγνώριστη σ’ άλλον θεόν του Ολύμπου.

Και μέσα εμπήκε κι έκλεισε την στιλβωμένην θύραν

και πρώτα όλο το σώμα της το χαριτοπλασμένο

με αμβροσίαν εύμορφα καθάρισε και αλείφθη

λάδι άφθαρτο γλυκότατο με μύρα ευωδιασμένο.

Μόλις εκείνο αναδευθεί στα δώματα του Ολύμπου

γη και ουρανός μοσχοβολούν απ’ την γλυκιά πνοή του.


Τ’ ωραίο σώμα ως άλειψε κι εκτένισε την κόμην

έπλεξε με τα χέρια της τες άφθαρτες πλεξίδες,

που από την θείαν κεφαλήν λαμπρές εκυματίζαν.

Κι ενδύθη αμβρόσιο φόρεμα, οπού της είχε κάμει

η Αθηνά με πάμπολλες εικόνες πλουμισμένο.


Και το’χε κλείσει με χρυσές περόνες προς το στήθος.

Κι εζώσθη ζώνην που εκατόν είχε τριγύρω κρόσσες

και σκουλαρίκια πέρασε στες τρύπες των αυτιών της

τριόφθαλμα, πολύτεχνα, που αστράφταν όλα χάρη.

Κι εφόρεσε η σεπτή θεά της κεφαλής μαντίλα,

ωραίαν, ολοκαίνουργην, που’χε του ηλιού την λάμψιν,

και σάνδαλα προσέδεσε στα πόδια της ωραία.

Και αφού όλη εστολίσθηκεν, από τον θάλαμόν της

εβγήκ’ ευθύς κι εκάλεσε σιμά την Αφροδίτην

ανάμερ’ από τους θεους τους άλλους και της είπε:


«Θα στέρξεις άρα ό,τι σου ειπώ, παιδί μου, να μου κάμεις;

Ή τάχα θα μου τ’ αρνηθείς καθώς χολήν μου τρέφεις

επειδή εγώ τους Δαναούς βοηθώ και συ τους Τρώας.».


Σ’ αυτήν η κόρη του Διός απάντησε Αφροδίτη:

«Ω Ηρα, σεβαστή θεά, του υψίστου Κρόνου κόρη.

Ό,τι ποθείς λέγε μου ευθύς και να το κάνω θέλω

αν πράγμα είναι που γίνεται και να ημπορώ να πράξω.».


Με δόλον της απάντησεν η Ήρα η σεβασμία:

«Την χάριν και τον έρωτα σε με ζητώ να δώσεις,

οπού αθανάτους και θνητούς μ’ αυτά δαμάζεις όλους.

Θα πάω στα πέρατα της γης να εβρώ των θείων όλων

τον γεννητήν Ωκεανόν και τη Τηθύν μητέρα,

οπού με γλυκανάστησαν στα σπίτια τους, που η Ρέα

στην αγκαλιά τους μ’ έβαλεν, όταν ο Ζευς τον Κρόνον

κάτω απ’ την γην εβύθισε και κάτω απ’ τα πελάγη.

Πηγαίνω εκεί που άλυτες να λύσω διαφορές τους.

Ότι πολύν τώρα καιρόν, ως είναι χολωμένοι,

δεν θέλουν να συγκοιμηθούν στην νυμφικήν τους κλίνην.

Κι εάν με λόγια μαλακά μαλάξουν την καρδιά τους

ν’ ανταμωθούν ερωτικά στην κλίνην οπού αφήκαν,

αγαπητήν και σεβαστήν θα μ’έχουν στον αιώνα.».


Εκείνης η φιλόγελη απάντησε Αφροδίτη:

«Ό,τι ζητείς να σου αρνηθώ, δεν γίνεται, δεν πρέπει,

αφού του υψίστου των θεών κοιμάσαι στες αγκάλες.».


Είπε, απ’ τα στήθη έλυσε την κεντημένην ζώνην,

την θαυμαστήν, που όλες εκεί τες πλάνες είχε κλείσει.

Χάρις και πόθος είν’ αυτού, γλυκόλογα είναι μέσα,

συνομιλιά, καλή τον νουν να κλέψει και φρονίμων,

εκείνην της παρέδωκε στα χέρια και της είπε:

«Ιδού, βάλε στον κόλπον σου την θαυμαστήν μου ζώνην

τούτην, όπ’ έχει μέσα της ό,τι αν ειπείς, κι ελπίζω

πως όσα τώρα επιθυμείς θα κατορθώσεις όλα.».

Είπε και με χαμόγελο την άκουσεν η Ήρα

κι έβαλεν εις τον κόλπον της το θαυμαστό ζωνάρι.


Στο δώμα εσύρθη του Διός η κόρ’ η Αφροδίτη,

κι η Ήρ’ από τον Όλυμπον εχύθη της Πιερίας

άνωθεν και άνω των τερπνών βουνών της ιππομάχου Θράκης,

ούδ’ έγγιζαν οι φτέρνες της τες άκρες κορυφές των.

Εις την αφρώδη θάλασσαν κατέβη από τον Άθω,

ώσπου στην Λήμνον έφθασε του Θόαντος την πόλιν.

Αυτού τον Ύπνον έσμιξεν, αδέρφι του Θανάτου,

στο χέρι του το χέρι της έβαλε αυτή και του’πε:

«Ω Ύπνε, κύριε των θεών και των ανθρώπων όλων,

ως και άλλη μ’ άκουσες φορά και τώρα εισάκουσέ με.

Και στον αιών’ αμέτρητην θα σου γνωρίζω χάριν.

Τα λαμπρά μάτια του Διός, ω Ύπνε, κοίμησέ μου,

αφού εγώ πρώτα ερωτικά πλαγιάσω στο πλευρό του.

Άφθαρτον, εύμορφον θρονι χρυσό θα λάβεις δώρο,

που ο Ήφαιστος ο δυνατός υιός μου θα ποιήσει,

με κάτω το υποπόδι του, να το’χεις να στηρίξεις

σ’ αυτό τα λαμπρά πόδια σου, σαν είσαι εις το τραπέζι.».


Και προς αυτήν απάντησεν ευθύς ο γλυκός Ύπνος:


«Ω Ήρα, σεβαστή θεά, του υψιστου Κρόνου κόρη,

ευκόλως άλλον των θεών, αφθάρτων αιωνίων

ν’ αποκοιμήσω δύναμαι, τα ρεύματα και αν θέλεις

του ποταμού Ωκεανού, που εγίνη αρχή των όλων.

Αλλά δεν θα επλησίαζα προς τον Κρονίδην Δία,

ουδέ θα τον εκοίμιζα χωρίς την προσταγήν του.

Άλλος μ’ εδίδαξε ορισμός δικός σου την ημέραν

που αρμένιζε απ’ την Ίλιον, αφού την είχεν όλην

εξολοθρεύσει ο ψυχερός κείνος υιός του Δία.


Έκλεισα τότ’ εγώ τον νουν του αιγιδοφόρου Δία

γλυκά περιχυνόμενος και συ κακό του εσκέφθης

και ανέμων σφοδρών σήκωσες ορμήν εις τα πελάγη,

και τον επέταξες στην Κω, μακράν των ποθητών του.

Κι εκείνος άμα εξύπνησεν, αγρίεψε και σ’ όλο

το δώμα εκούντα τους θεούς, κι έξοχα εμέ ζητούσε.

Και απ’ τον αιθέρα μ’έριχνε στην θάλασσαν χαμένον,

αν πρόσφυγα δεν μ’ έσωζε στον κόλπον της η Νύκτα,

θνητών δαμάστρα και θεών. Και μ’ όλην την ψυχήν του

έπαυσε αυτός, φοβούμενος την Νύκτα να λυπήσει.

Και τώρα πάλι αβόλετον έργον να κάνω θέλεις.».


«Ύπνε», του απάντησε η θεά, «τι ανησυχείς με τούτα;

Θαρρείς πως τόσο πρόθυμος ο βροντοφόρος Δίας

των Τρώων θα ’ν’ εκδικητής, μ’ όσην χολήν επήρε

δια τον αγαπημένον του υιόν τον Ηρακλέα;

Αλλ’ άκουσε, των λυγερών Χαρίτων θα σου δώσω

μίαν εγώ να νυμφευθείς, δικήν σου να την έχεις.».


Και ο Ύπνος εις τον λόγον της εχάρη και της είπε:

«Όμωσε τώρα της Στυγός το φοβερό ποτάμι,

το ένα βάλε χέρι σου στην γην την πολυθρέπτραν

τ’ άλλο στην άσπρην θάλασσαν, να μαρτυρήσουν όλοι

όσοι θεοί κάτω απ’ τη γη στο πλάγι είναι του Κρόνου

που μίαν συ μου υπόσχεσαι των λυγερών Χαρίτων,

την Πασιθέαν, πόγινε λαχτάρα της ψυχής μου.».


Είπε και πρόθυμα η θεά, η Ήρα η λευκοχέρα,

ορκίσθηκε και ονόμασε τους υποταρταρίους,

έναν προς έναν τους θεούς, που λέγονται Τιτάνες.


Και αφού τον όρκον έκαμε, ξεκίνησαν και οπίσω

ομού την χώραν άφηκαν της Λήμνου και της Ίμβρου,

με γοργό βήμα και πυκνός τους τύλιγεν αέρας.



Στην Ίδην την πολύβρυσην, μάνα θεριών, εφθάσαν

και στο Λεκτό την θάλασσαν δια την στεριάν αφήκαν,

και κάτω από τα πόδια τους οι λόγγοι σειούν τες άκρες.

Ο Ύπνος στάθηκεν αυτού, μη τον ξανοίξει ο Δίας.

Και ανέβ’ εις έλατο τρανό που είχε βγει στην Ίδην

και ως τον αιθέρ’ απλώνονταν τα απέραντα κλαδιά του.


Αυτού, στου ελάτου τα δασιά κλωνάρια κουρνιασμένος,

προς τ’ ορεινό, καλόφωνο πουλί προσομοιάσθη,

το λέγου κύμινδη οι θνητοί, κι οι αθάνατοι Χαλκίδα.


Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ