Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Πηνελόπη η Πριγκίπισσα των Αλυζαίων


Του κ. Σπύρου Δ. Ζαβογιάννη.

Εισαγωγικό σημείωμα του συγγραφέα.

Η εργασία «Πηνελόπη Πριγκίπισσα των Αλυζαίων Βασίλισσα της Ιθάκης», είναι μία πεντάτομη εργασία εφτακοσίων περίπου σελίδων, πλαισιωμένη από εικόνες της εποχής των Ομηρικών Επών, αλλά και φωτογραφικό υλικό σύγχρονο που αφορά την περιοχή μας, όπου εξελίχθηκαν αυτά τα τόσα σημαντικά γεγονότα.
Το σταχυολόγημα αυτό της μελέτης δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2010 στην τοπική εφημερίδα «ΑΛΥΖΙΑ». Κρίνω δε σκόπιμο να δημοσιευτεί και στο BLOG ΜΥΤΙΚΑΣ PRESS.
Δεν έχει αξία κάτι που ανήκει στον κόσμο της περιοχής να μείνει κλεισμένο στις βιβλιοθήκες και να μην γίνει κοινωνός αυτών των προβληματισμών.
Η εργασία αυτή αφορά την Πηνελόπη, την μοναδική Πριγκίπισσα των Αλυζαίων, την μοναδική σε χάρες και ομορφιά, την πρώτη εξαδέλφη της ωραίας Ελένης. Αργότερα θα καταστεί Βασίλισσα της Ιθάκης, όπως την σκιαγραφεί ο Θείος ποιητής Όμηρος στο αθάνατο Έπος του την «ΟΔΥΣΣΕΙΑ».
Θέλουμε να νομίζουμε ότι είναι μία μοναδική εργασία. Κανένας από τους μέχρι τώρα συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τα Ομηρικά Έπη, δεν προσδιόρισε επακριβώς την καταγωγή της.
Για εμάς τους Αλυζαίους αποτελεί ένα μεγάλο, ξεχωριστό και σπουδαίο κεφάλαιο της μυθολογίας μας και της προϊστορίας μας και μας καθιστά περήφανους, γιατί αγγίζει εκείνο το απόμακρο ιστορικό παρελθόν.
Δυστυχώς λείπουν από τον Όμηρο οι αναφορές του για την Πατρίδα της την Αλυζία, αλλά και γι αυτή την καταγωγή της.
Μετά από πολύχρονη μελέτη, που αφορά την πόλη της Αλυζίας, μπορούμε να κάνουμε την διαπίστωση, ότι οι σχετικές αναφορές του μεγάλου ποιητή είτε παραλήφθηκαν είτε απαλείφθηκαν, αλλά αυτό αποτελεί ένα άλλο κεφάλαιο της πολυσέλιδης μελέτης, που ήθελε κάποτε δημοσιευθεί.

Πηγή: Εφημερίδα «ΑΛΥΖΙΑ», Ιανουάριος 2010.
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ
… Κούρη Ικαρίοιο περίφρονι Πηνελοπείη... (Ομήρου Οδύσσεια).

Το Βασίλειο της Αλυζίας, μέρα με την ημέρα, από τότε που ιδρύθηκε από τον Ικάριο, εκραταιούτο, αποκτούσε πλούτο και ευημερία. Εδώ, μάλλον, γεννήθηκε και ζούσε μαζί με τον πατέρα της Ικάριο και τη μητέρα της Πολυχάστη, αλλά και τον αδελφό της Αλυζέα η φρόνιμη Πηνελόπη.
Ο Στράβων αναφέρεται σχετικά, «φαίνεται δε εκ Λακεδαίμονος τινές εποικήσαι την Ακαρνανίαν, οι μετ' Ικαρίου της Πηνελόπης πατρός και γαρ τούτον και τους αδελφούς αυτής ζώντας παραδίδωσιν ο ποιητής κατά την Οδύσσειαν».
«…Οι πατρός μεν ες οίκον απερρίyασι νέεσθαι Ικαρίου, ως κ' αυτός εδνώσαιτο θύγατρα και περί των αδελφών».

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2016

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ



Η Ακαδημία του Πλάτωνος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ


Ο Κρατύλος πλην της μεγάλης γλωσσολογικής του αξίας ανήκει και υπό φιλοσοφικήν έποψιν εις την τελευταίαν συγγραφικήν περίοδον του Πλάτωνος, διότι θέτει το ζήτημα της χειραφετήσεως της σκέψεως από τας ατελείας της γλώσσης, το οποίον αναπτύσσεται τελειότερον εις τον Θεαίτητον και τον Σοφιστήν. Επειδή όμως ο σκοπός της παρούσης βιβλιοθήκης δεν επιτρέπει να αναλύσωμεν διά μακρών το έργον, θα περιορισθώμεν να συνοψίσωμεν ενταύθα μόνον, πώς πρέπει να εννοηθή το γλωσσικόν μέρος, διότι συνήθως εις αυτό δεν αποδίδεται καμμία αξία.

Το μέρος τούτο διαιρείται εις δύο: Το προπαρασκευαστικόν (σελ. 21 [από: Εις πολλά μέρη …]— 75), [μέχρι δηλαδή περίπου της φράσεως -Πότε λοιπόν θα απέκαμνε δικαίως-] το οποίον περιέχει ετυμολογίας όχι καθώς τας εννοούμεν σήμερον, αλλά την μουσικήν ή λαϊκήν ετυμολογίαν (Wolksetymologie), και την ετυμολογίαν των ριζών (ή πρώτων ονομάτων, σελ. 75 — 85). — Ενταύθα αρχίζομεν από το δεύτερον.

1. Ο Κρατύλος θέτει καλώς το πρόβλημα της καταγωγής της γλώσσης.

Πρώτη αρχή της γλώσσης είναι οι κρότοι του στόματος και της ρινός, όχι ακόμη οι μιμητικώς και τεχνικώς διά του λάρυγγος εξερχόμενοι, αλλά αυθορμήτως και φυσικώς και επιφωνηματικώς κατά τινα ανάγκην του σώματος, ή πόνον, ή ανησυχίαν, ή πάθησιν.

Τοιούτος κρότος σαφέστατα διακρινόμενος είναι:

Ο κρότος του εμετού (εκ) ο οποίος διεσώθη καλώς εις την ελληνικήν γλώσσαν ως πρόθεσις &εκ& και είναι η αυτή λέξις με την γερμανικήν ekel = αηδία.

H ρινοφωνία της πείνης νρ (ν φωνήεν), το οποίον αρχικώς εσήμαινε πεινώ και τρώγω, και διεσώθη εις το στερητικόν &αν& και την πρόθεσιν &εν&, τα οποία είναι ακόμη όμοια εις την λατινικήν γλώσσαν (in). Παρόμοια είναι το λιχουδιστικόν &μλ μλ&, το θρηνητικόν &i&, το μασητικόν &κα-κα& (γερμ. Kauen) κτλ.

Οι κρότοι αυτοί και ολίγοι άλλοι παρόμοιοι είναι τόσον ευδιάγνωστοι, ώστε κάλλιστα έν ζώον όταν δεν βλέπη το άλλο και ακούη από το στόμα του τον κρότον &εκ&, εννοεί ότι τούτο κάμνει εμετόν. Αυτή λοιπόν η εξ αποστάσεως ειδοποιητική δύναμις των τοιούτων κρότων υπέδειξε τα πλεονεκτήματα της στοματικής συνεννοήσεως, και επίκουρος αυτής ήλθε η ανατομική εξέλιξις και τελειοποίησις των μυών του στόματος, το οποίον πλέον και άνευ της φυσικής ανάγκης ήτο εις θέσιν παιγνιωδώς πως να αποδώση εκείνους τους ήχους και κρότους με την βεβαιότητα, ότι το άλλο ζώον το οποίον ακούει, θα νομίση ότι πρόκειται περί αληθινού εμετού, ή άλλης αναλόγου φυσικής ανάγκης.

Και από του σημείου τούτου ο κρότος αυτός είναι καθαρώς γλωσσικής φύσεως, διότι δεν παράγεται αυθορμήτως εκ φυσικής ανάγκης, αλλά μιμητικώς. Ως τοιούτος γίνεται εξαίρετον όργανον της νοήσεως, διότι γυμνάζει την ψυχήν εις τας παραστάσεις άνευ των αισθήσεων και προ πάντων διότι ο κρότος, δηλαδή η λέξις τόρα πλέον, γίνεται αφορμή προς επανάληψιν και τελειοποίησιν της παραστάσεως. Διότι τόρα πλέον το εκ δεν σημαίνει μόνον κάμνω εμετόν, αλλά και το &έξω, εκτός, εξέρχομαι, έξοδος, εξωτερικώς, έξωθεν& κτλ. Δηλαδή ως ρίζα έχει μουσικόν σημαινόμενον χωρίς να ανήκη εις ωρισμένον μέρος του λόγου. Ομοίως η ρινοφωνία της πείνης γίνεται εκφραστικός ήχος του γενικωτέρου νοήματος της στερήσεως, και επί πολύν καιρόν υπάρχει ως αυθύπαρκτος λέξις αν σημαίνουσα στέρησιν, έως ότου ήλθε η εποχή της συγκολλήσεως των ήχων (συλλαβών), η οποία το κατέστησε στερητικόν α (αν), ενώ η έννοια του τρώγω διεκρίθη πλέον ως έννοια του εντός και έμεινε ως πρόθεσις εν, σημαίνουσα γενικώς &εντός, εισέρχομαι, είσοδος, ένδον& κτλ. Επίσης το θρηνητικόν i έγινε σύμβολον της θρηνώδους παρακλήσεως και απαιτήσεως και απετέλεσε μίαν προσταγήν = πήγαινε, απαράλλακτα καθώς διεσώθη εις την λατινικήν ως προστακτική του ρήματος io (i = πήγαινε), ελληνιστί ίθι. Βαθμηδόν το αυτό έλαβε και την σημασίαν του πορεύομαι, πορεία, δρόμος κτλ. Αλλά εξ άλλου έλαβε και την σημασίαν του χαρισμού και εχρησιμοποιήθη αργότερον ως επίθημα και κατάληξις της χαριστικής πτώσεως (δοτικής) και της χαριστικής εγκλίσεως, δηλ. της υποτακτικής και ευκτικής.

Ομοίως το ο (οχ) έγινε αρνητικόν ου, ουχί, το χα έγινε χάος, χαίνω, καγχάζω κτλ, το σα ανδάνω, satis, satigen, το λιχουδιστικόν μλ= μέλι, μελωδία, μέλος, μέλει (=έχει τον νουν του στο μέλι) κτλ.

Και διαρκώς πλέον η γλώσσα τροφοδοτεί την διάνοιαν και η διάνοια ωθεί την γλώσσαν προς άλλα. Το στόμα γίνεται τελειοτάτη μιμητική μηχανή. Δι' αυτό αρχίζει να μιμήται και ήχους παραγομένους εις άλλο μέρος του σώματος καθώς είναι ο κρότος της κοιλίας gut και σημαίνει κυρτός, γύρος, κύκλος, κύμα, κοίλος, έγκυος, ξυν (=έγκυος) κτλ… έπειτα το διεντέρευμα περ (πορ) πέρας, πέρα, περ, περί. Έπειτα χρησιμοποιεί το ε ως προσκλητικόν, και το προσκολλά ως κατάληξιν κλητικής πτώσεως και προστακτικής εγκλίσεως: άγγελε, άγγελε. Έκτοτε έχομεν την πρώτην πτώσιν και τοιαύτη είναι η κλητική (όχι η ονομαστική), και την πρώτην έγκλισιν και τοιαύτη είναι η προστακτική (όχι η οριστική), διότι ο ζωώδης άνθρωπος εκφράζει επιθυμίας και ανάγκας και όχι ορισμούς και κρίσεις.

Η οριστική έγκλισις παρήχθη αργότερον με μικράν διαφοράν από την προστακτικήν, σημαίνουσα προσταγήν αξιωματικήν άνευ αντιρρήσεως και καύχησιν: ου ποιήσεις = δεν θα το κάμης σου λέγω, είμ' Οδυσσεύς= το καυχώμαι.

Οι έξωθεν ήχοι εξηκολούθησαν συμπληρούντες την γλώσσαν. Ο ήχος της βροχής (σρρρ) εσχημάτισε το ρέω ρους και προ πάντων την κατάληξιν της συρροής και πλησμονής ρός. Ο ήχος της τριβής εσχημάτισε τα τρίβω, θερμαίνω, τέρπω, — τερος, τρυπώ, τρία. — τήρ, τής κτλ., ο κρότος του δεικνύοντος δακτύλου εσχημάτισε το γενικόν δεικτικόν το, το μασσητικόν κα-κα έγινε κακός, κακία κτλ., το καυστικόν δε (=τζιζ) έγινε δας, δαίω, διδάσκω, δαίμων, δη, δήλος, δέω, δεσμός, δέκα, δέχομαι κτλ.

Μίαν τοιαύτην γλωσσικήν αναδρομήν εις τα στοιχειωδέστερα διά της μουσικής αντιλήψεως των φυσικών ήχων και των φωνών των ζώων διέγνωσεν ο δαιμόνιος Πλάτων εις τον Κρατύλον του. Και αν δεν είχε τας σημερινάς ευκολίας της συγκρίσεως των γλωσσών διά να εξαντλήση όλα τα παραδείγματα, όμως ο συνθετικός του νους και εις ολίγιστα, πλην ασφαλή, στηριζόμενος έδωκε πλήρεις κανόνας της γλωσσογονίας.

2. Αι ετυμολογίαι του Κρατύλου είναι μουσικαί ετυμολογίαι.

Ο Πλάτων δεν γνωρίζει την ιστορικήν αλλά την μουσικήν ετυμολογίαν, η οποία συνήθως συμπίπτει με την ιστορικήν, πολλάκις όμως δεν συμπίπτει, και τότε παρέχει γλωσσικά φαινόμενα ανεξήγητα διά την γραμματικήν επιστήμην. Κάλλιστον παράδειγμα τούτου είναι η υπό του Πλάτωνος ετυμολογία της λέξεως αλήθεια. Η ετυμολογία αυτή προ πάντων συνετέλεσε να χάση ο Κρατύλος πάσαν υπόληψιν ως μη γνωρίζων δήθεν το στερητικόν α. Αλλά η σελίς 67 (τέλος) αποδεικνύει ότι ο Πλάτων γνωρίζει το στερητικόν α ως αυταπόδεικτον και είναι τόσον δεινός παρατηρητής της γλώσσης, ώστε αναλύει τελειότατα το δυσκολώτερον αθροιστικόν α λέγων εν σελίδι 46: καθώς εις το ακόλουθος και άκοιτις, όπου σημαίνει το ομού. Και εις την σελίδα 47: «Καθώς λοιπόν τον ομοκέλευθον και ομόκοιτιν τον ωνομάσαμεν ακόλουθον και άκοιτιν».

Και ερωτώμεν: άραγε ήτο δυσκολώτερον εις τον Πλάτωνα, ο οποίος ανεζήτει όλους τους γνωστούς τύπους των λέξεων, να εύρη εις τον δωρικόν τύπον αλάθεια την λθ ρίζαν και το α το στερητικόν (αρνητικόν), παρά το ακόλουθος να το ερμηνεύση ως ομοκέλευθος; Βεβαίως αυτό δεν είναι δυνατόν, ώστε κάτι άλλο θα συμβαίνη. Και πραγματικώς η λέξις αλήθεια μετά το αγαθόν έχει εξαιρετικήν θέσιν εις το γλωσσικόν αίσθημα του Πλάτωνος. Η αλήθεια είναι απαραιτήτως δια τον Πλάτωνα κάτι τι θείον, είναι άλη θεία= δηλαδή πτήσις θεία. Την τοιαύτην δε μουσικήν σημασίαν της λέξεως αλήθεια (λαϊκήν ετυμολογίαν) ο Πλάτων δεν την θυσίαζε απέναντι εκατομμυρίων στερητικών και αθροιστικών α.

Ευτυχώς τα φαινόμενα της μουσικής ετυμολογίας βαίνουν εκ παραλλήλου και εις την σημερινήν γλώσσαν, και είναι εύκολον να καταστήσωμεν το πράγμα αισθητόν. Καθώς η αλήθεια δια τον Πλάτωνα, ομοίως ιερά και ουράνια λέξις είναι σήμερον δι' ημάς τα χερουβείμ. Όστις ακούει προφερομένην αυτήν την λέξιν είναι αδύνατον να μην ενωτίζεται αυτό το χαίρε. Ο Πλάτων υπό τας σημερινάς συνθήκας της ορθογραφίας απλούστατα θα έγραφε το Χερουβείμ με αι (Χαιρουβείμ), καθώς οι τιμωρούμενοι μαθηταί των σχολείων. Αλλά ερωτώμεν: όσον και αν τιμωρήται ο μαθητής διά να μη γράφη εν έχειρον (το ενέχυρον), άραγε πιστεύει κανείς εκ των διδασκάλων ότι αναβιώνει την λέξιν εχυρός και καταστρέφει την κοινήν αντίληψιν (λαϊκήν ετυμολογίαν, volksetymologie) ότι το ενέχυρον είναι στο χέρι; Δι' αυτόν τον λόγον αρχαιόθεν η Ιερουσαλήμ εσχετίσθη με το ιερός και έλαβε δασείαν, ενώ δεν είχε. Διά τον ίδιον λόγον εις παλαιοτέραν εποχήν ο φιλόνεικος εγράφη με ει, διότι δεν ήτο πλέον φίλος νίκης, αλλά φίλος νείκους.

Η μουσική ετυμολογία με πάσαν θυσίαν αποφεύγει την πλησίασιν ωραίας λέξεως προς άλλην όλως κακέμφατον, ή και απλώς αντιφατικήν. Εις τοιαύτας περιστάσεις η γλώσσα προτιμά να μην εφαρμόση τους ευφωνικούς και αναλογικούς κανόνας και να αποτελέση εξαίρεσιν του κανόνος. Η εξαίρεσις όμως δεν είναι όπως την εννοεί μέχρι σήμερον η γραμματική, δηλαδή ως φαινόμενον ανεξήγητον και προσκρούον εις τον κανόνα, αλλά ως φαινόμενον υπαγόμενον εις άλλον κανόνα καλλιτεχνικώτερον. Και είναι ανάγκη να εξηγηθούν όλαι αι εξαιρέσεις και να υπαχθούν εις τους κανόνας των, δηλαδή να ευρεθή ο λόγος των, διότι άλλως η γλωσσική έρευνα δεν δύναται να ονομασθή επιστήμη.

Ημείς προσθέτοντες εις την γλωσσικήν επιστήμην πλην άλλων και τους καλλιτεχνικούς νόμους της μουσικής ετυμολογίας και της σαφηνείας εξηγούμεν τα δυσλυτώτερα γλωσσικά φαινόμενα. Το αρχαίον υύς (υιός) έπρεπε κατά τους κανόνας της συναιρέσεως να γίνη ύς δηλαδή χοίρος, αλλ' αντί τούτου εκλώτσησε τον κανόνα και εζήτησε άλλην διέξοδον, διότι ο υιός δεν γίνεται χοίρος εύκολα. Το νέος έπρεπε ομοίως να γίνη νους, αλλά νέος και νους συνήθως τουλάχιστον φαίνονται αντιφατικά και δεν πρέπει να σχετίζονται. Το βύρσα έπρεπε να γίνη βύρρα (άρσεν — άρρεν), αλλά τότε θα έχανε όλην την μουσικήν αλήθειαν (δηλαδή ετυμολογίαν). Αυτός δε ο λόγος της μουσικής αληθείας ή αντιθέτως αναρμοστίας έκαμε πλέον και τους τελευταίους σχολαστικούς να αποφεύγουν τα εκήλησε τα ώτα, διώκει την πόλιν, διότι υπενθυμίζουν τα εκύλησε και διώκει. Η αύξησις μάλιστα αυτή του εις οι ω έχει εντελώς ανάλογον παράδειγμα και εις την αρχαίαν γλώσσαν. Το ωνωμένος του 5ου αιώνος γίνεται οινωμένος εις τον Πλάτωνα (Νόμοι) και τον Αριστοτέλην. Και ενώ τα χειρόγραφα έχουν ανεξαιρέτως με οι, οι γραμματικοί διορθώνουν παντού ωνωμένος δηλ. εισάγουν τον όνον).

Πολύ περισσότεραι εξαιρέσεις της γραμματικής εξηγούνται με τον νόμον της σαφηνείας, ο οποίος είναι επίσης καλλιτεχνικός. Ο Brugmann παρατηρεί εις τα φαινόμενα της συναλοιφής (Σημ. 3) ότι είναι περίεργον, πώς η κράσις εφηρμόσθη εις τόσον ολίγα παραδείγματα (καγώ, κάτα, τούμπαλιν, τακτός κλ.) Αλλά το φαινόμενον τούτο είναι μάλλον αποτυχούσα απόπειρα, διότι άλλως θα παρεμορφούτο όλη η γλώσσα. Ο νόμος της σαφηνείας όμως βοηθούμενος εις πολλά και από την μουσικήν ετυμολογίαν επανέφερε το ακέραιον. Δι' αυτό εάν το ι της ερωτηματικής και αορίστου αντωνυμίας τι δεν εκθλίβεται, ο λόγος δεν έγκειται εις την φύσιν του φωνήεντος αυτού, καθώς προσπαθούν να εύρουν πολλοί μεταφυσικώς, αλλά διότι το τι με έκθλιψιν θα συνέπιπτε προς το τε με έκθλιψιν και η τοιαύτη συνάντησις φέρει ανεπανόρθωτον σύγχυσιν, διότι δεν βοηθεί ούτε η θέσις της λέξεως ούτε ο τονισμός. Ενώ λόγου χάριν το νά συμπίπτει μεν και αυτό φαινομενικώς, διακρίνεται όμως ευκόλως διά του τονισμού.

Η επιστήμη αντί να θαυμάζη τον Κρατύλον σήμερον, τον προπηλακίζει μη εννοούσα το βαθύ νόημα του γενάρχου αυτού της γλωσσολογίας. Λόγου χάριν ο Πλάτων παράγει το άνθρωπος από το αναθρώσκω όπα. Η γλωσσολογία αντιτείνει από το ανήρ όψ. Επίσης του Delbrück δεν του αρέσει ότι το σώμα παράγεται από το σώος σώζω, οιονεί σώσμα, αλλά το θέλει από το σκυλεύω.

Και όμως τι λέγουν τάχα καλλίτερον περί του Αγαμέμνονος (σελ. 27 — 28) ή τι θαυμασιώτερον ημπορούν να ειπούν περί του δαίμονος (σελ. 33). Η μουσική ετυμολογία του ευφροσύνη από το ευφεροσύνη (σελ. 71) όχι μόνον επικυρώνεται από τον ίδιον Πλάτωνα εις τον Σοφιστήν: παραφροσύνη = παράφορος σύνεσις (σελ. 29, ιδέ και σελ. 28 την παράθεσιν των λέξεων διαφθοράν διαφοράν, η οποία είναι ετυμολογικόν σχήμα κατά τα Ομηρικά: εις άλα άλτο και θεοί θέσαν), αλλά και από όλην την Ελληνικήν γλώσσαν, η οποία έδωσε εις την παραφοράν την σημασίαν της παραφροσύνης.

Άλλως ο Πλάτων τας περισσοτέρας ετυμολογίας τας κάμνει ως προγύμνασιν και ως παραδείγματα ευλογοφανή, εις τα οποία δεν επιμένει πάντοτε, αλλά μόνον ζητεί δι' αυτών να σχηματίση έν σύνολον κανόνων, διά να ανέλθη εις την πρώτην αρχήν της γλώσσης και ερευνήση την σχέσιν αυτής προς την διάνοιαν. Κατά τούτο δε ακριβώς αναδεικνύεται και θείος εις τον Κρατύλον.

ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑΣ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΡΑΤΥΛΟΣ


Κυριακή, 3 Ιουλίου 2016

Εὖ ἐντύνασαν ἓ αὐτήν


Τα ενδύματα της ψυχής

Ραψωδία Ξ
στιχ. 153- 289

Και από του Ολύμπου κορυφήν τότε η χρυσόθρον’ Ήρα

ως έστεκε κι εκοίταζε, και τον αυτάδελφόν της

είδεν ομού και ανδράδελφον, με αγώνα να κινείται

στον πόλεμον εχάρηκε. Κι εξάνοιξε τον Δία

στην Ίδην την πολύβρυσην, στην άκρην κορυφήν της,

καθήμενον και μισητός εγίνη στην ψυχήν της.


Κι εσκέφθη η μεγαλόφθαλμη θεά πως θα ημπορούσε

να ξεπλανέψει αυτή τον νουν του αιγιδοφόρου Δία.

Και τούτο συμφερώτερον εφάνη στην ψυχήν της,

αφού ωραία στολισθεί να κατεβή στην Ίδην

ίσως αυτός στο πλάγι της να πέσει επιθυμήσει,

κι ύπνον κατόπιν άβλαβον και μαλακόν ν’ απλώσει,

σ’ εκείνου τα ματόφυλλα και στης καρδιάς τα βάθη.


Κι επήγεν εις τον θάλαμον που ο ποθητός υιός της

τεχνούργησεν ο Ήφαιστος με τα θυρόφυλλά του

λαμπρά και κλείδ’ αγνώριστη σ’ άλλον θεόν του Ολύμπου.

Και μέσα εμπήκε κι έκλεισε την στιλβωμένην θύραν

και πρώτα όλο το σώμα της το χαριτοπλασμένο

με αμβροσίαν εύμορφα καθάρισε και αλείφθη

λάδι άφθαρτο γλυκότατο με μύρα ευωδιασμένο.

Μόλις εκείνο αναδευθεί στα δώματα του Ολύμπου

γη και ουρανός μοσχοβολούν απ’ την γλυκιά πνοή του.


Τ’ ωραίο σώμα ως άλειψε κι εκτένισε την κόμην

έπλεξε με τα χέρια της τες άφθαρτες πλεξίδες,

που από την θείαν κεφαλήν λαμπρές εκυματίζαν.

Κι ενδύθη αμβρόσιο φόρεμα, οπού της είχε κάμει

η Αθηνά με πάμπολλες εικόνες πλουμισμένο.


Και το’χε κλείσει με χρυσές περόνες προς το στήθος.

Κι εζώσθη ζώνην που εκατόν είχε τριγύρω κρόσσες

και σκουλαρίκια πέρασε στες τρύπες των αυτιών της

τριόφθαλμα, πολύτεχνα, που αστράφταν όλα χάρη.

Κι εφόρεσε η σεπτή θεά της κεφαλής μαντίλα,

ωραίαν, ολοκαίνουργην, που’χε του ηλιού την λάμψιν,

και σάνδαλα προσέδεσε στα πόδια της ωραία.

Και αφού όλη εστολίσθηκεν, από τον θάλαμόν της

εβγήκ’ ευθύς κι εκάλεσε σιμά την Αφροδίτην

ανάμερ’ από τους θεους τους άλλους και της είπε:


«Θα στέρξεις άρα ό,τι σου ειπώ, παιδί μου, να μου κάμεις;

Ή τάχα θα μου τ’ αρνηθείς καθώς χολήν μου τρέφεις

επειδή εγώ τους Δαναούς βοηθώ και συ τους Τρώας.».


Σ’ αυτήν η κόρη του Διός απάντησε Αφροδίτη:

«Ω Ηρα, σεβαστή θεά, του υψίστου Κρόνου κόρη.

Ό,τι ποθείς λέγε μου ευθύς και να το κάνω θέλω

αν πράγμα είναι που γίνεται και να ημπορώ να πράξω.».


Με δόλον της απάντησεν η Ήρα η σεβασμία:

«Την χάριν και τον έρωτα σε με ζητώ να δώσεις,

οπού αθανάτους και θνητούς μ’ αυτά δαμάζεις όλους.

Θα πάω στα πέρατα της γης να εβρώ των θείων όλων

τον γεννητήν Ωκεανόν και τη Τηθύν μητέρα,

οπού με γλυκανάστησαν στα σπίτια τους, που η Ρέα

στην αγκαλιά τους μ’ έβαλεν, όταν ο Ζευς τον Κρόνον

κάτω απ’ την γην εβύθισε και κάτω απ’ τα πελάγη.

Πηγαίνω εκεί που άλυτες να λύσω διαφορές τους.

Ότι πολύν τώρα καιρόν, ως είναι χολωμένοι,

δεν θέλουν να συγκοιμηθούν στην νυμφικήν τους κλίνην.

Κι εάν με λόγια μαλακά μαλάξουν την καρδιά τους

ν’ ανταμωθούν ερωτικά στην κλίνην οπού αφήκαν,

αγαπητήν και σεβαστήν θα μ’έχουν στον αιώνα.».


Εκείνης η φιλόγελη απάντησε Αφροδίτη:

«Ό,τι ζητείς να σου αρνηθώ, δεν γίνεται, δεν πρέπει,

αφού του υψίστου των θεών κοιμάσαι στες αγκάλες.».


Είπε, απ’ τα στήθη έλυσε την κεντημένην ζώνην,

την θαυμαστήν, που όλες εκεί τες πλάνες είχε κλείσει.

Χάρις και πόθος είν’ αυτού, γλυκόλογα είναι μέσα,

συνομιλιά, καλή τον νουν να κλέψει και φρονίμων,

εκείνην της παρέδωκε στα χέρια και της είπε:

«Ιδού, βάλε στον κόλπον σου την θαυμαστήν μου ζώνην

τούτην, όπ’ έχει μέσα της ό,τι αν ειπείς, κι ελπίζω

πως όσα τώρα επιθυμείς θα κατορθώσεις όλα.».

Είπε και με χαμόγελο την άκουσεν η Ήρα

κι έβαλεν εις τον κόλπον της το θαυμαστό ζωνάρι.


Στο δώμα εσύρθη του Διός η κόρ’ η Αφροδίτη,

κι η Ήρ’ από τον Όλυμπον εχύθη της Πιερίας

άνωθεν και άνω των τερπνών βουνών της ιππομάχου Θράκης,

ούδ’ έγγιζαν οι φτέρνες της τες άκρες κορυφές των.

Εις την αφρώδη θάλασσαν κατέβη από τον Άθω,

ώσπου στην Λήμνον έφθασε του Θόαντος την πόλιν.

Αυτού τον Ύπνον έσμιξεν, αδέρφι του Θανάτου,

στο χέρι του το χέρι της έβαλε αυτή και του’πε:

«Ω Ύπνε, κύριε των θεών και των ανθρώπων όλων,

ως και άλλη μ’ άκουσες φορά και τώρα εισάκουσέ με.

Και στον αιών’ αμέτρητην θα σου γνωρίζω χάριν.

Τα λαμπρά μάτια του Διός, ω Ύπνε, κοίμησέ μου,

αφού εγώ πρώτα ερωτικά πλαγιάσω στο πλευρό του.

Άφθαρτον, εύμορφον θρονι χρυσό θα λάβεις δώρο,

που ο Ήφαιστος ο δυνατός υιός μου θα ποιήσει,

με κάτω το υποπόδι του, να το’χεις να στηρίξεις

σ’ αυτό τα λαμπρά πόδια σου, σαν είσαι εις το τραπέζι.».


Και προς αυτήν απάντησεν ευθύς ο γλυκός Ύπνος:


«Ω Ήρα, σεβαστή θεά, του υψιστου Κρόνου κόρη,

ευκόλως άλλον των θεών, αφθάρτων αιωνίων

ν’ αποκοιμήσω δύναμαι, τα ρεύματα και αν θέλεις

του ποταμού Ωκεανού, που εγίνη αρχή των όλων.

Αλλά δεν θα επλησίαζα προς τον Κρονίδην Δία,

ουδέ θα τον εκοίμιζα χωρίς την προσταγήν του.

Άλλος μ’ εδίδαξε ορισμός δικός σου την ημέραν

που αρμένιζε απ’ την Ίλιον, αφού την είχεν όλην

εξολοθρεύσει ο ψυχερός κείνος υιός του Δία.


Έκλεισα τότ’ εγώ τον νουν του αιγιδοφόρου Δία

γλυκά περιχυνόμενος και συ κακό του εσκέφθης

και ανέμων σφοδρών σήκωσες ορμήν εις τα πελάγη,

και τον επέταξες στην Κω, μακράν των ποθητών του.

Κι εκείνος άμα εξύπνησεν, αγρίεψε και σ’ όλο

το δώμα εκούντα τους θεούς, κι έξοχα εμέ ζητούσε.

Και απ’ τον αιθέρα μ’έριχνε στην θάλασσαν χαμένον,

αν πρόσφυγα δεν μ’ έσωζε στον κόλπον της η Νύκτα,

θνητών δαμάστρα και θεών. Και μ’ όλην την ψυχήν του

έπαυσε αυτός, φοβούμενος την Νύκτα να λυπήσει.

Και τώρα πάλι αβόλετον έργον να κάνω θέλεις.».


«Ύπνε», του απάντησε η θεά, «τι ανησυχείς με τούτα;

Θαρρείς πως τόσο πρόθυμος ο βροντοφόρος Δίας

των Τρώων θα ’ν’ εκδικητής, μ’ όσην χολήν επήρε

δια τον αγαπημένον του υιόν τον Ηρακλέα;

Αλλ’ άκουσε, των λυγερών Χαρίτων θα σου δώσω

μίαν εγώ να νυμφευθείς, δικήν σου να την έχεις.».


Και ο Ύπνος εις τον λόγον της εχάρη και της είπε:

«Όμωσε τώρα της Στυγός το φοβερό ποτάμι,

το ένα βάλε χέρι σου στην γην την πολυθρέπτραν

τ’ άλλο στην άσπρην θάλασσαν, να μαρτυρήσουν όλοι

όσοι θεοί κάτω απ’ τη γη στο πλάγι είναι του Κρόνου

που μίαν συ μου υπόσχεσαι των λυγερών Χαρίτων,

την Πασιθέαν, πόγινε λαχτάρα της ψυχής μου.».


Είπε και πρόθυμα η θεά, η Ήρα η λευκοχέρα,

ορκίσθηκε και ονόμασε τους υποταρταρίους,

έναν προς έναν τους θεούς, που λέγονται Τιτάνες.


Και αφού τον όρκον έκαμε, ξεκίνησαν και οπίσω

ομού την χώραν άφηκαν της Λήμνου και της Ίμβρου,

με γοργό βήμα και πυκνός τους τύλιγεν αέρας.



Στην Ίδην την πολύβρυσην, μάνα θεριών, εφθάσαν

και στο Λεκτό την θάλασσαν δια την στεριάν αφήκαν,

και κάτω από τα πόδια τους οι λόγγοι σειούν τες άκρες.

Ο Ύπνος στάθηκεν αυτού, μη τον ξανοίξει ο Δίας.

Και ανέβ’ εις έλατο τρανό που είχε βγει στην Ίδην

και ως τον αιθέρ’ απλώνονταν τα απέραντα κλαδιά του.


Αυτού, στου ελάτου τα δασιά κλωνάρια κουρνιασμένος,

προς τ’ ορεινό, καλόφωνο πουλί προσομοιάσθη,

το λέγου κύμινδη οι θνητοί, κι οι αθάνατοι Χαλκίδα.


Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Θαλασσοκράτορας Μίνωας

EΝΝΕΩΡΟΣ KAI ΟΑΡΙΣΤΗΣ Ο ΜΙΝΩΑΣ = Θαλασσοκράτορας και αρχιερέας ο Μίνωας

τήσι δ'ενί Κνωσός, μεγάλη πόλις, ένθα τε Μίνως
εννέωρος βασίλευε Διός μεγάλου οαριστής
(Οδυσ.Τ.178-179)
Η πρώτη ερμηνεία των άνω προτάσεων μάς δίδεται από τον Πλάτωνα, ο οποίος γράφει ότι : ο Μίνως βασίλευε, που συναντιόταν με τον Δία κάθε ένατο έτος (εγκ.Παπ-Λαρ-Μπρ) ή εννέα έτη βασίλευε ο Μίνως και έπειτα συνετύγχανε με τον Δία (λεξ. Ι.Πανταζίδου). Ετυμολογεί δηλαδή τη λέξη <<εννέωρος>> από το εννέα και ώρος ή ώρα, με σημασία εννεαετής. Αυτή όμως η ερμηνεία δεν αρμόζει στο <<ενν.άλειφαρ>> Σ351, ή στο <<ενν.βούς, σίαλοι>>. Για το λόγο αυτό ο Κλάσσεν παράγει την λέξη από το Εν και το αείρω, και ερμηνεύει: ο μεταξύ (άλλων) αξαιρόμενος, έξοχος, πιστεύει δε ότι η ερμηνεία αυτή από παλιά παρανοήθηκε και μεταβλήθηκε στα μεταγενέστερα Ομηρικά έπη. Μερικοί άλλοι πιστεύουν ότι προέρχεται από το νέος με προσχηματισμό ώρος, όπως στο πέλωρος, ψόθωρος, και σημαίνει νέος, νεαρός, ακμαίος, επιτεινομένης της σημασίας αυτής με την πρόθεση Εν. Στο Ομηρικό λεξικό Ι.Πανταζίδου, γράφει:<< (Τολμώμεν να εμμείνωμεν εις την συνήθη ετυμολογίαν, ήν αποδέχεται και ο Κούρτιος, μικρόν τι μόνον την ερμηνείαν τροποποιούντες: η λ.εννέα και καθ'εαυτήν και εν συνθέσει λαμβάνεται ώς στρογγύλος αριθμός, ώς παρά τοις μετέπειτα τό δέκα. Κατά δέ τάς περιστάσεις άλλοτε μέν φυλάττει τήν κυρίαν αυτού σημασίαν ώς εν τω λ 311 καί τ 179. άλλοτε δέ λέγεται υπερβολικότερο αντί τού παλαιός, οίον <<βούς εννέωρος>> δέκα χρόνων βόδι, κ19, <<σίαλοι εννέωροι>> κ390 <<άλειφαρ εννέωρον>> δέκα χρόνων άλειμμα, Ε . άλειφαρ σιάλου εννεώρου, άλειμμα παλαιού, μεγάλου χοίρου, Σ351).
Δια της συνιζήσεως τού εω θεωρείται η λέξη πάντοτε τρισύλλαβος>>. Όταν πρόκειται για ζώα δηλαδή το εννέα πρέπει να νοηθεί γενικώς ως στρογγυλός αριθμός (<<ασκόν βοός εννεώρειο>>, ασκί από εννιάχρονο [δηλ. ακμαίο, ώριμο, μεγάλο] βόδι, Ομ.Οδ.).Κατά τον Αριστοτέλη, εννέωρος = πεντέτηρος, πέντε ετών, γιατί τη λέξη ώρος θεώρησε ως σημαίνουσα όχι ένα έτος, αλλά μισό. (εγκ.Παπ-Λαρ-Μπρ).
Για την λέξη οαριστής θεώρησαν ότι προέρχεται από το οαρίζω, και ότι σημαίνει: φίλος με τον οποίο συναναστρέφεται και συνδιαλέγεται κανείς με εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια, συνομιλητής, σύντροφος, επιστήθιος φίλος.
Παρατηρούμε ότι όλοι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουν ακολουθήσει την ερμηνεία τού Πλάτωνα, παρά το ότι βλέπουν οι περισσότεροι, πως δεν είναι σωστή. Πράγματι έχουν δίκιο αυτοί πού έδειξαν δυσπιστία στην ερμηνεία τού μεγάλου σοφού.
Ο Πυθαγόρειος και Ορφικός, συγγενής από μητέρα στον Σόλωνα, Πλάτων, στου οποίου τα κείμενα διακρίνω περιγραφή των βασικών αρχών της θεωρίας της σχετικότητας με όλα τα διανοητικά παιγνίδια που εισήγαγε στην επιστήμη, σκοπίμως έδωσε λανθασμένη ερμηνεία στα σημεία εκείνα πού θυμίζουν έστω και μετά από χίλια χρόνια, την παντοδυναμία του Μίνωα και την επιρροή του σαν πλανητάρχης επί των Αθηνών.
Στην πρόταση πού έχομε παραπάνω η σωστή ερμηνεία τής λέξης εννεωρός είναι θαλασσοκράτορας, και της λέξης οαριστής, αρχιερέας. (Ετυμολογική ανάλυση των δύο αυτών λέξεων, η οποία ισχύει μόνο για την συγκεκριμένη πρόταση, παρουσιάζομε στο τέλος αυτού του άρθρου). Είναι ελάχιστες έως μηδενικές οι πιθανότητες, να μην γνώριζαν την σωστή ερμηνεία, ένας Πλάτων πού διατυπώνει αρχές της θεωρίας της σχετικότητας, και ένας Αριστοτέλης από τον οποίο όπως λεει ο μεγαλοφυείς πυρηνικός φυσικός και μηχανολόγος Γ.Γκιόλβας, την μελέτη για την <<φωτοδέσμη του πλάσματος>> την εμπνεύσθηκε αποκωδικοποιώντας τα κείμενα του, την εποχή πού παράλληλα προσπαθούσε και η ΝΑΣΑ.
Οι εν λόγω σοφοί έκρυβαν μία εμπάθεια προς την Κρήτη και ιδικά σε κάθε τι πού τους θύμιζε την παντοδυναμία του Μίνωα και του επιτελείου του σε κάθε τομέα. Στο μόνο σημείο πού εξανάγκης επαινούσαν την Κρήτη ήταν η νομοθεσία, και αυτό γιατί γνώριζαν σαν Ορφικοί ότι ο μέγας νομοθέτης Σόλων, είχε μυηθεί και ορκισθεί στα Ορφικά των Φαιστίων, όπως διαβάζομε στο Ελληνικό κείμενο που είναι γραμμένο, μεταξύ άλλων, στο δίσκο της Φαιστού, με ένα αλφάβητο 15 φθογγογραμμάτων σε 25 διαφορετικά σχήματα, εκ των οποίων τα 12 είναι Κρητικά, 6 δε από αυτά συναντούμε στην μεγάλη επιγραφή της Γόρτυνας. Επίσης μερικά από αυτά βλέπομε στις πελασγικές-ετεοκρητικές πινακίδες της Πραισού. Υπάρχουν όμως και γράμματα τα οποία έχουν βρεθεί εκτός Κρήτης. Μάλλον θάπρεπε να τα λέμε Κρητικά, όπως το βιτόσχημο Ε, που ονομάζεται Μεγάρων-Συκιώνος. Το βιτόσχημο Ε, βλέπομε δύο φορές στο δίσκο της Φαιστού, ένα σε κάθε πλευρά, και μιά φορά στην πέτρα των Μαλίων. (σχετικά άρθρα μας στα φύλλα της ΠΑΤΡΙΔΑΣ 22,23,24/4/98 και 16,17/5/98).
Aλλά γνώριζαν επίσης πως μετά την επίσκεψη του Σόλωνα στην Κρήτη, στην Αθήνα εισήχθηκαν νέες τεχνολογίες, νέες επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες επηρέασαν πλέον την πολιτική τού Πεισίστρατου στην Αθήνα αλλά και σ'όλο τον τότε αρχαίο κόσμο πού βρισκόταν υπό την επιρροή των Αθηναίων. Όλοι οι συγγραφείς (αρχαίοι και νέοι) αναφέρουν τις μεγάλες αλλαγές πού έγιναν στην ηπειρωτική Ελλάδα από τον Σόλωνα και μετά, σε όλους τους τομείς. Οι αρχαίοι έκρυψαν την επίσκεψη του Σόλωνα στην Κρήτη, έτσι οι νεώτεροι αγνοώντας το, δεν μπόρεσαν ποτέ να δικαιολογήσουν την ξαφνική αλλαγή του Πεισίστρατου και του μαντείου των Δελφών, το οποίο βοήθησε στην εξάπλωση των Ορφικών γνώσεων πού είχε αποκτήσει ο Σόλων στην Φαιστό. Από τις γνώσεις θα αναφέρω μία: Ο Σόλων ήταν αυτός πού μετά την επίσκεψη του στην Κρήτη εισήγαγε ημερολόγιο βασισμένο στο ηλιακό έτος του οποίου η διάρκεια είναι 365,25 ημέρες περίπου, το διάστημα δηλαδή που σύμφωνα με τη γεωκεντρική αντίληψη της εποχής χρειάζεται ο ήλιος για να επανέλθει στο ίδιο σταθερό σημείο. Επίσης να αναφέρω ότι τα ηλιακά ωρολόγια που τοποθετούντο στους δημόσιους χώρους έχουν σχέση με τον διπλό πέλεκυ των πρώτων μεγάλων αστρονόμων μινωϊτών. <<Το ανάλημμα τού ηλιακού ωρολογίου έφερε δύο καμπύλες γραμμές από τις οποίες αυτή πού βρισκόταν πιο κοντά στη βάση του γνώμονα συνέπιπτε με την πορεία της άκρης της σκιάς κατά το θερινό ηλιοστάσιο ενώ η δεύτερη έδειχνε την πορεία κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, και οι δύο καμπύλες μαζί δίνουν το σχήμα του διπλού πελέκεως>> (Περισκόπιο της επιστήμης.τ.179).
Στο πιθάρι από την Κνωσό που βλέπομε ζωγραφισμένους διπλούς πέλεκεις και ρόδακες, δε είναι τίποτε άλλο από γραφικές παραστάσεις ηλιακών ωρολογίων. H σχέση της γραφικής αυτής παράστασης με τον Ήλιο έκανε τον διπλό Πέλεκυ να θεωρείται σύμβολο της αφθονίας των αγαθών και να κατασκευάζονται μεταλλικοί διπλοί πέλεκεις οι οποίοι χρησιμοποιούντο σε μεταμινωϊκές εποχές ως τελετουργικά όργανα. Πιθάρι του ίδιου μινωικού εργαστηρίου με την ίδια ζωγραφική, έχει βρεθεί στην περιοχή <<Μπίμινι>>, στα νησιά Μπαχάμες, λίγες δεκάδες μίλια από τις ανατολικές ακτές της Αμερικής, φωτογραφία του οποίου έχει η Ενριέτα Μέρτζ στο βιβλίο της <<Ατλαντίς>>, έκδοσης 1976.
Επίσης διπλοί κρητικοί πέλεκεις έχουν βρεθεί στην πολιτεία Ουισκόνσιν και Οχάιο των Ηνωμένων πολιτειών.
Η οικουμενικότητα που δόθηκε από τους μινωϊτες και τους μυκηναΐους στον διπλό πέλεκυ, οφείλεται στη χρησιμότητα που είχε το όργανο που παρίστανε, ως αστρονομικό και ναυτικό, για την κατάκτηση των πέντε ηπείρων με τον ανεπανάληπτο στόλο τους. Ένα όργανο προσανατολισμού στο χώρο και τον χρόνο, που είχε γι'αυτούς μεγαλύτερη αξία από τα πλοία, όπως φαίνεται στις διάφορες παραστάσεις με τελετές, αφού χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε θαλασσοκρατορία και παντοκρατορία. Εδώ μιάς και ανάφερα το Σόλωνα, να θέσω ένα ερώτημα, μετά από ορισμένες σκέψεις. Γνωρίζομε ότι αναφέρουν, πως ο Πεισίστρατος ήταν αυτός πού πρώτος κατέγραψε τα Ομηρικά έπη, λογοκρίνοντας τα (παραλείποντας τα αναφερόμενα σε αρκετά μέρη και μαντεία της ηπειρωτικής Ελλάδας) ή προσθέτοντας κατά το συμφέρον του (νεών κατάλογος). Επίσης γνωρίζομε ότι την πατρότητα του Ομήρου διεκδικούν αρκετά νησιά του ανατολικού Αιγαίου και μερικές πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας. Μεταγενέστεροι τον θεωρούν Κρητικό ή ακόμα και Κύπριο. Αυτά όλα τα συμπεράσματα οφείλονται στην ποικιλία των διαλέκτων της Ελληνικής γλώσσας, με την οποία έχουν γραφεί τα Ομηρικά έπη. Μήπως λοιπόν ο Όμηρος είναι ο Σόλωνας και τα έπη γράφτηκαν από αυτόν, ακούγοντας διηγήσεις ντόπιων από τα μέρη που επισκέφθηκε, στην διαλεκτό τους; Γνωρίζομε ότι ο Σόλων επισκέφθηκε ταξιδεύοντας, τους Σόλους στην Κύπρο, την Αίγυπτο στην οποία κατά την γνώμη μου έψαχνε να βρει τα Μινωικά αρχεία, τις Σάρδεις στην Λυδία, όπου είπε στον Κροίσο; το γνωστό <<μηδένα προ του τέλους μακάριζε>>, τις πόλεις του ανατολικού Αιγαίου και όπως μαθαίνομε τώρα από τον δίσκο της Φαιστού, την Κρήτη. Η γλώσσα στα έπη του Ομήρου προέρχεται από τις διαλέκτους του 8ου-7ου π.Χ. αιώνα, δεν σημαίνει όμως αυτό ότι τότε και γράφτηκαν. Διότι από τα μέρη που πέρασε ο Σόλων, και σήμερα ομιλείτε η Ομηρική γλώσσα, όπως στα ορεινά της λεξιπλάστισας Κρήτης (στην οποία οφείλει η Ελληνική γλώσσα τις περισσότερες λέξεις, από την Μινωική εποχή) και στην Κύπρο.

Μινωϊκή Διαδρομή


Ο ΔΙΑΣ, Ο ΜΙΝΩΑΣ ΚΑΙ  Η ΜΙΝΩΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ


Του Α. Γ. ΚΡΑΣΑΝΑΚΗ
Διευθυντή Υπ.  Πολιτισμού και Τουρισμού


Διάβασα στην  εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» (Ηράκλειο,  8-5-2012) ότι «στις 13 Μαΐου αναβιώνει η πλατωνική διαδρομή του Μίνωα από την κρητική ενδοχώρα προς το Ιδαίον Άντρο μέσω Κρουσώνα και της Ζωμίνθου , την οποία διοργανώνουν ο δήμος Μαλεβιζίου και ο Πεζοπορικός Όμιλος Ηρακλείου...» και δεν πίστευα στα μάτια μου, γιατί  η εν λόγω διαδρομή έχει αναβιώσει εδώ και καιρό σε άλλη διαδρομή από τους Δήμους Οροπεδίου Λασιθίου (Δικταίο Άντρο) και Καστελίου (Λύκτος). Η διαδρομή αυτή, που είναι και η σωστή, όπως θα δούμε πιο κάτω, είναι από την Κνωσό μέχρι το Δικταίο Άντρο, μέσω της αρχαίας πόλης της Λύκτου. Μάλιστα η διαδρομή αυτή γίνεται μέσω πετρώδους δρόμου, που σήμερα έχει εγκαταλειφτεί, όμως σώζεται σε καλή κατάσταση στα περισσότερα σημεία του.

Νόμισμα Κνωσού με το Μίνωα και την Αριάδνη, 3ος αι. π.Χ..
Υπενθυμίζω, με όλο το σεβασμό, στους ως άνω διοργανωτές και ιδιαίτερα στους δημάρχους Μαλεβιζίου και Ανωγείων  ότι  οι τόποι τους έχουν και πολύ ωραία αξιοθέατα και πολύ μεγάλη ιστορία, όμως άλλο αυτό και άλλο το που βρισκόταν το σπήλαιο του Διός, γιατί οι αρχαίοι συγγραφείς:  Όμηρος, Διονύσιος Αλικαρνασσεύς,   Απολλώνιος, Απολλόδωρος κ.α., αναφέρουν ξεκάθαρα ότι το σπήλαιο του Διός, όπου ο Μίνωας πήγαινε  να πάρει τους νόμους του πατέρα του Δία, δε βρισκόταν στον Ψηλορείτη ή στο Μαλεβίζι, αλλά στο όρος Δίκτη, όπου και η αρχαία πόλη Λύκτος, πρβ:
«Ομιλητής έφη γενέσθαι του Διός και φοιτών (ο Μίνως) εις το Δικταίο Όρος, εν ω τραφήναι τον Δία μυθολογούσιν οι Κρήτες υπό των Κουρήτων έτι νεογνόν όντα, κατέβαινεν εις το ιερόν ‘Αντρο και τους νόμους εκεί συνθείς εκόμιζεν, ους απέφαινεν παρά του Διός λαμβάνειν». (Διονύσιος Αλικαρνασεύς)
 «Δάκτυλοι Ιδαίοι Κρηταιέες, ους ποτέ νύμφη Αγχιάλη Δικταίο ανά σπέος,….» (Απολλώνιος Αργοναυτικά Α 1125 – 1135)
«oργισθείσα δε επί τούτοις Ρέα παραγίνεται μεν εις Κρήτη, οπηνίκα τον Δία εγκυμονούσα ετύγχανε, γεννά δε εν τω άντρω της Δίκτης Δία.  (Απολλόδωρος Βιβλιοθήκη  Α, 1, 7)
«Μυθεύουσιν εν Κρήτη γενέσθαι την Διός τέκνωσιν επί της Δίκτης, εν η και απόρρητος γίνεται θυσία» (Αγαθοκλής) 
«πέμψαν δ’ ες Λύκτον, Κρήτης ες πίονα δήμον.
Οππότ’ άρ οπλότατον παίδων ήμελλε τεκέσθαι,
Ζήνα μέγαν,…. ένθα μιν ίκτο φέρουσα θοήν δια νύκτα μέλαιναν
πρώτην ες Δίκτον’ (Θεογονία 476 –485, εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ, έτος 1938

Ιώ. Μέγιστε Κούρε, χαίρε μοι / Κρόνιε, παγκρατές γάνους,
βέβακες δαιμόνων αγώμενος/ Δίκταν ές ενιαυτόν έρπε και γέγαθι μολπά  (Ύμνος «Εις Διαν»   1 – 17)


Σημειώνεται επίσης ότι
Α) Ο Πλάτωνας δεν κατονομάζει το συγκεκριμένο μέρος της Κρήτης που βρίσκεται το σπήλαιο του Διός, άρα κακώς λέγεται ο χαρακτηρισμός «πλατωνικός δρόμος ή διαδρομή Μίνωα», πρβ: «Ο Όμηρος λοιπόν λέει ότι στην Κρήτη υπάρχουν ενενήντα πόλεις, στις οποίες, ανήκει και η Κνωσός, μεγάλη πόλη, όπου ο Μίνωας βασίλευε, ο κάθε εννιά χρόνια συνομιλητής του μεγάλου Δία.  … Πήγαινε λοιπόν ο Μίνωας κάθε εννιά χρόνια κι έμενε ένα χρόνο στη σπηλιά του Δία, από τη μια για να μάθει και από την άλλη για να δείξει τι είχε μάθει από τον Δία την προηγούμενη φορά.» (Πλάτων, Μίνως, 319 – 320)

Η Ευρώπη του Διός

Ο ΜΥΘΟΣ ΔΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗΣ  
- ΓΕΝΝΗΣΗ ΜΙΝΩΑ 

1. Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ – ΜΙΝΩΑ

Α. Η απαγωγή της Ευρώπης από το Δία – γέννηση Μίνωα

Σύμφωνα με το μύθο των Ελλήνων, γιατί υπάρχει και ο μύθος των Περσών (βλέπε πιο κάτω), η Ευρώπη ήταν αδελφή του Κάδμου, ιδρυτή της Θήβας και κόρη του Αγήνορα και της Τηλεφάσας, ηγεμόνων ενός ελληνικού νησιού με το όνομα Φοινίκη δυτικά της Ελλάδας και πιο πέρα από τη Σικελία, στη θάλασσα της Τύρου.


Δίδραχμο Γόρτυνας, 200 π.Χ., με κεφαλή Δία και το Δία μεταμορφωμένο σε ταύρο Δία απάγει την Ευρώπη στην Κρήτη.
 Όταν μεγάλωσε, μια μέρα πήγε στα λιβάδια της παραλία, για να παίξει με τις φίλες της και να μαζέψει λουλούδια. Εκεί συνάντησε το θεό Δία. Εκείνον αμέσως τον χτύπησε ο Έρωτας και για να την πλησιάσει μεταμορφώθηκε σε ήρεμο, εύσωμο και δυνατό ταύρο και πήγε δίπλα της κάνοντας δήθεν ότι βόσκει, σκεφτόμενος με τι τρόπο θα την κατακτούσε. Εκείνη τότε πλησίασε τον ταύρο - Δία και άρχισε να τον χαϊδεύει γοητευμένη από την ωραία κορμοστασιά  του και τη μυϊκή του δύναμη. Σε λίγο δε δίστασε και να τον ιππεύσει.  Τότε αυτός άρχισε να τρέχει  με αστραπιαία ταχύτητα. Η Ευρώπη έκλαιγε,  μα δεν μπορούσε να πηδήσει, γιατί φοβόταν μη σκοτωθεί. Ο μεταμορφωμένος σε ταύρο θεός διέσχισε  τη θάλασσα συνοδευόμενος από Τρίτωνες και Νηρηίδες και έφτασε στην Κρήτη. Όταν  επιβιβάστηκε στο νησί, ο ταύρος δεν φαινόταν πια, αλλά ο Δίας πήρε από το χέρι την Ευρώπη και την οδήγησε στο Δικταίον άντρο, κατακόκκινη και με το βλέμμα χαμηλωμένο γιατί είχε πια καταλάβει που πήγαινε. Καρπός των ερωτικών ενώσεων του Δία και της Ευρώπης στην Κρήτη ήταν  ο Μίνωας και ο Ραδάμανυς.


Στατήρας Γόρτυνας, 320-270 π.Χ., με την Ευρώπη στο πλάτανο  και το  μεταμορφωμένο σε ταύρο Δία

Αργότερα, όταν ο Δίας εγκατέλειψε την Ευρώπη και πήγε και στον Όλυμπο, η Ευρώπη πήρε για δεύτερο σύζυγό της το βασιλιά της Κρήτης Αστέρωνα, που υιοθέτησε και τα παιδιά που είχε αποκτήσει αυτή από το Δία. Μετά το θάνατο του βασιλιά Αστέριου, το θρόνο της Κρήτης πήρε ο μεγαλύτερος από τους θετούς γιους του, ο  Μίνωας, ο οποίος έγινε ο πρώτος Έλληνας θαλασσοκράτορας και νομοθέτης.

Σύμφωνα με το Λουκιανό, η πρώτη ερωτική ένωση του Δία και της Ευρώπης έγινε στο Δικταίο άντρο (= το σπήλαιο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δίας. («επεί δε επέβη τη νήσω (Κρήτη) ο μεν ταύρος ουκέτι εφαίνετο, επιλαβόμενος δε της χειρός o Ζεύς απήγε την Ευρώπην εις το Δικατίον άντρον ερυθριώσαν και κάτω ορώσαν….( Λουκιανός Σαμωσατέας, Ενάλιοι Διάλογοι, 15, 4))
Αντίθετα σύμφωνα με την παράδοση των Γορτυνίων, η ερωτική ένωση του Δία και της Ευρώπης έγινε στην περιοχή της Γόρτυνας, στη σκιά ενός πλατάνου που από τότε παρέμεινε αειθαλής, κάτι που αποτυπώνεται σε πάρα πολλά νομίσματά της πόλης αυτής.

Παιδιά του Δία και της Ευρώπης, σύμφωνα με τον Όμηρο, ήταν μόνο ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς (παρέβαλε και ότι μόνο αυτοί οι δυο φέρονται και ως κριτές στον Άδη των Ελλήνων):  «μηδέ του κοσμολόητου Φοίνικα την κόρη ως αγαπούσα, που το Ραδάμανθη μου γέννησε και τον ισόθεο Μίνω» (Ιλιάδα Ξ 310 – 322)
Αντίθετα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, παιδιά όχι του Δία, αλλά ενός Έλληνα κρητικού, που δεν αναφέρει το όνομά του, και της Ευρώπης  ήταν ο Μίνωας και ο Σαρπηδόνας.
 Σύμφωνα, όμως, με τον Όμηρο, ο Σαρπηδόνας ήταν γιος του Δία και της Λαοδάμειας, κόρης του Βαλλεροφόντη, του ήρωα  και ηγεμόνα της Λυκίας.
«Τρία παιδιά απ' αυτήν ανάστησε μετά ο Βελλεροφόντης, τον Ίσαντρο και τον Ιππόλοχο, στερνά τη Λαοδάμεια. Μαζί της πλάγιασε ο βαθύγνωμος ο Δίας, κι η Λαοδάμεια το χαλκαρματωμένο γέννησε ισόθεο Σαρπηδόνα» (Ιλιάδα Ζ 199 – 200)